Δημιουργία απάντησης

Κώδικας Επιβεβαίωσης
Πληκτρολογήστε τον κώδικα ακριβώς όπως εμφανίζεται. Δεν υπάρχει διαφορά μικρών και κεφαλαίων, το μηδέν δεν υπάρχει.
Εικονίδια
:D :) :( :o :shock: :? 8) :lol: :x :P :oops: :cry: :evil: :twisted: :roll: :wink: :!: :?: :idea: :arrow: :| :mrgreen:

BBCode είναι ΑΝΟΙΧΤΟ
[img] είναι ΑΝΟΙΧΤΟ
[flash] είναι ΚΛΕΙΣΤΟ
[url] είναι ΚΛΕΙΣΤΟ
Τα εικονίδια είναι ΑΝΟΙΧΤΑ

Περίληψη Θέματος

Προβολή ανάπτυξης Περίληψη Θέματος: Κορνήλιος Καστοριάδης - Ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος!

Δημοσίευση από ENGLEZOS » 03 Σεπ 2014, 11:50

Μια εξαιρετική ιστοσελίδα στην οποία μπορεί όποιος θέλει να κατεβάσει δωρεάν 15 βιβλία του Κορνήλιου Καστοριάδη.

Περιέχει επίσης συνεντεύξεις του ίδιου του Καστοριάδη, στις οποίες μαθαίνουμε πολλά για τη ζωή και το έργο του.

[url=http://www.enallaktikos.gr/ar5903el_katevaste-dwrean-15-vivlia-toy-kornilioy-kastoriadi-edw.html]Βιβλιοθήκη Κορνήλιου Καστοριάδη[/url]

Δημοσίευση από ENGLEZOS » 23 Φεβ 2014, 21:18

Κορνήλιος Καστοριάδης: "O κάθε λαός είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, υπεύθυνος και για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται"

"...στην Ελλάδα δεν έγινε Γαλλική Επανάσταση. Πράγματι, στην Ελλάδα δεν έχει υπάρξει εποχή που ο λαός να έχει επιβάλει, έστω και στοιχειωδώς, τα δικαιώματά του. Και η ευθύνη, εκφράζεται με την ανευθυνότητα της παροιμιώδους φράσης: «εγώ θα διορθώσω το ρωμέικο;». -Ναι, κύριε, εσύ θα διορθώσεις το ρωμέικο, στο χώρο και στον τομέα όπου βρίσκεσαι."r

Μια συνέντευξη που παραχώρησε ο Κορνήλιοs Καστοριάδηs (φιλόσοφος, οικονομολόγος και ψυχαναλυτής, 1922-1997).

Ερώτηση Δημοσιογράφου: Συχνά λέγεται ότι η Ελλάδα είναι «προβληματική», στην Ελλάδα «όλα γίνονται στον αέρα», «χωρίς προγραμματισμό», «χωρίς βάρος». Με τέτοιες διαπιστώσεις συμφωνούν πολλοί. Αλλά περιορίζονται συνήθως μόνο στις διαπιστώσεις. Γνωρίζω ότι η ελληνική κατάσταση σας απασχολεί βαθιά. Ποια είναι η ερμηνεία σας για όσα συμβαίνουν; Γιατί συμβαίνουν έτσι τα πράγματα στην Ελλάδα; Ποιες οι βαθύτερες αιτίες;

Καστοριάδης: Πρώτον, δεν ξέρω. Δεύτερον, στο μέτρο που μπορώ να ξέρω κάτι, είναι ότι η πολιτική ζωή του ελληνικού λαού τελειώνει περίπου το 404 π.χ.

Δημοσιογράφος: Νομίζω ότι θα ενοχλήσει πολύ αυτή η διατύπωσή σας.

Καστοριάδης: Τι να κάνουμε. Μιλώ για την πραγματική πολιτική ζωή του λαού ως αυτόνομου παράγοντα. Δεν μιλώ για μάχες, για αυτοκράτορες, για Μεγαλέξανδρους και Βασίλειους Βουλγαροκτόνους. Μετά τον πέμπτο π.Χ. αιώνα και την αυτοκυβέρνηση του λαού στις δημοκρατικές πόλεις -και πάντως, μετά τον περίεργο τέταρτο π.Χ. αιώνα- η ελληνική ελευθερία πεθαίνει. Οι ελληνικές πόλεις γίνονται υποχείριες των βασιλέων της Μακεδονίας. Βεβαίως, ο Αλέξανδρος και οι διάδοχοί του παίζουν έναν κοσμοϊστορικό ρόλο. Κατακτούν την Ασία και την Αίγυπτο. Διαδίδουν την ελληνική γλώσσα και παιδεία. Αλλά πολιτική ζωή, πλέον, δεν υπάρχει. Τα βασίλεια των διαδόχων του Αλεξάνδρου, ως πολιτική συγκρότηση, είναι ουσιαστικά μοναρχίες. Εξάλλου, καθώς ξέρουμε, ο ίδιος ο Αλέξανδρος αντιμετώπισε στασιασμό των Ελλήνων που είχε πάρει μαζί του, διότι ήθελε να τους υποχρεώσει να γονυπετούν μπροστά του, όπως οι Πέρσες μπροστά στο Μεγάλο Βασιλέα - πράγμα ανθελληνικότατο. Σε όλη τη διάρκεια της ελληνιστικής εποχής οι ελληνικές πόλεις, με λίγες περιθωριακές και παροδικές εξαιρέσεις, αποτελούν παιχνίδια στα χέρια των ελληνιστικών δυναστειών. Ακολουθεί η ρωμαϊκή κατάκτηση, κάτω από την οποία οι ελληνικές πόλεις δεν έχουν παρά μόνον κοινοτική ζωή. Κατόπιν, έρχεται η βυζαντινή αυτοκρατορία. Το Βυζάντιο είναι μια ανατολική, θεοκρατική μοναρχία. Στο Βυζάντιο η πολιτική ζωή περιορίζεται στις ίντριγκες της Κωνσταντινούπολης, του αυτοκράτορα, των "δυνατών" και των ευνούχων της αυλής. Και βεβαίως, τα σχολικά μας βιβλία δεν αναφέρουν ότι στη βυζαντινή αυλή υπήρχαν ευνούχοι, όπως σΆ αυτήν του Πεκίνου.

Δημοσιογράφος: Όλα αυτά αφορούν ένα πολύ μακρινό ιστορικό παρελθόν. Η Ελλάδα ως σύγχρονο νεοελληνικό κράτος έχει, ήδη, ιστορία εκατόν εβδομήντα ετών. Θα θέλατε να επικεντρώσετε σΆ αυτή την περίοδο;

Καστοριάδης: Μα, αυτή η περίοδος είναι ακατανόητη χωρίς τους είκοσι έναν αιώνες ανελευθερίας που προηγήθηκαν. Λοιπόν, μετά το Βυζάντιο έρχεται η τουρκοκρατία. Μην ανησυχείτε, δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Θα αναφέρω μόνο ότι επί τουρκοκρατίας όση εξουσία δεν ασκείται απευθείας από τους Τούρκους, ασκείται από τους κοτζαμπάσηδες (τους εντολοδόχους των Τούρκων), οι οποίοι κρατούν τους χωριάτες υποχείριους. Συνεπώς, ούτε σΆ αυτή την περίοδο μπορούμε να μιλήσουμε για πολιτική ζωή. Όταν αρχίζει η Επανάσταση του 1821, διαπιστώνουμε από τη μια μεριά τον ηρωισμό του λαού και από την άλλη, σχεδόν αμέσως, την τεράστια αδυναμία να συγκροτηθεί μια πολιτική κοινωνία. Την επομένη της πτώσης της Τριπολιτσάς αρχίζουν οι εμφύλιοι πόλεμοι.

Δημοσιογράφος: Πού οφείλεται αυτή η «τεράστια αδυναμία να συγκροτηθεί μια πολιτική κοινωνία»; Ποιοι είναι οι λόγοι;

Καστοριάδης: Ουδείς μπορεί να δώσει απάντηση στην ερώτησή σας για ποιο λόγο, κάποιος, σε μιαν ορισμένη στιγμή, δεν δημιούργησε κάτι. Η συγκρότηση ενός λαού σε πολιτική κοινωνία δεν είναι δεδομένη, δεν είναι κάτι που χαρίζεται, αλλά κάτι που δημιουργείται. Μπορούμε απλώς να διαπιστώσουμε ότι, όταν απουσιάζει μια τέτοια δημιουργία, τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης κατάστασης διατηρούνται ή αλλάζουν μόνο μορφή.

Δημοσιογράφος: Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτά στην ελληνική περίπτωση;

Καστοριάδης: Ορισμένα τα εντοπίζουμε, ήδη, στους εμφύλιους πολέμους της Επανάστασης του 1821. Βλέπουμε, για παράδειγμα, ότι η νομιμοφροσύνη και η αλληλεγγύη έχουν τοπικό ή τοπικιστικό χαρακτήρα, ισχυρότερο συχνά από τον εθνικό. Βλέπουμε, επίσης, ότι οι πολιτικές κατατάξεις και διαιρέσεις είναι συχνά σχετικές με τα πρόσωπα των «αρχηγών» και όχι με ιδέες, με προγράμματα, ούτε καν με "ταξικά" συμφέροντα. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό είναι η στάση απέναντι στην εξουσία. Στην Ελλάδα, μέχρι και σήμερα, το κράτος εξακολουθεί να παίζει τον ρόλο του ντοβλετιού, δηλαδή μιας αρχής ξένης και μακρινής, απέναντι στην οποία είμαστε ραγιάδες και όχι πολίτες. Δεν υπάρχει κράτος νόμου και κράτος δικαίου, ούτε απρόσωπη διοίκηση που έχει μπροστά της κυρίαρχους πολίτες. Το αποτέλεσμα είναι η φαυλοκρατία ως μόνιμο χαρακτηριστικό. Η φαυλοκρατία συνεχίζει την αιωνόβια παράδοση της αυθαιρεσίας των κυρίαρχων και των «δυνατών»: ελληνιστικοί ηγεμόνες, Ρωμαίοι ανθύπατοι, Βυζαντινοί αυτοκράτορες, Τούρκοι πασάδες, κοτζαμπάσηδες, Μαυρομιχάληδες, Κωλέττης, Δηλιγιάννης.

Δημοσιογράφος: Εξαιρέσεις δεν βλέπετε να υπάρχουν; Εξαιρέσεις εντοπισμένες κυρίως στον 19ο και στον 20ό αιώνα;

Καστοριάδης: Ε, υπάρχουν δυο-τρεις εξαιρέσεις: ο Τρικούπης, ο Κουμουνδούρος, το βενιζελικό κίνημα στην πρώτη περίοδό του. Αλλά τα όποια αποτελέσματά τους καταστράφηκαν από τη δικτατορία του Μεταξά, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τον ρόλο του παλατιού, τη δικτατορία της 21ης Απριλίου, την πασοκοκρατία. Στο μεταξύ, μεσολάβησε ο σταλινισμός που κατόρθωσε να διαφθείρει και να καταστρέψει αυτό που πήγαινε να δημιουργηθεί ως εργατικό και λαϊκό κίνημα στην Ελλάδα. Τα αποτελέσματα τα πληρώνουμε ακόμη. Μου ζητάτε να σας εξηγήσω. Μπορείτε να μου εξηγήσετε εσείς, γιατί οι Έλληνες, που σκοτώνονταν εννέα χρόνια, για να απελευθερωθούν από τους Τούρκους, θέλησαν αμέσως μετά ένα βασιλιά; Και γιατί, αφού έδιωξαν τον Όθωνα, έφεραν τον Γεώργιο; Και γιατί μετά ζητούσαν "ελιά, ελιά και Κώτσο βασιλιά";

Δημοσιογράφος: Μα, οι δικές σας απαντήσεις ενδιαφέρουν ιδίως όταν αφορούν ερωτήματα που εσείς θέτετε. Θα θέλατε, λοιπόν, να διατυπώσετε τις απόψεις σας;

Καστοριάδης: Σύμφωνα με την παραδοσιακή «αριστερή» άποψη, όλα αυτά τα επέβαλαν η Δεξιά, οι κυρίαρχες τάξεις και η μαύρη αντίδραση. Μπορούμε όμως να πούμε ότι όλα αυτά τα επέβαλαν στον ελληνικό λαό ερήμην του ελληνικού λαού; Μπορούμε να πούμε ότι ο ελληνικός λαός δεν καταλάβαινε τι έκανε; Δεν ήξερε τι ήθελε, τι ψήφιζε, τι ανεχόταν; Σε μιαν τέτοια περίπτωση αυτός ο λαός θα ήταν ένα νήπιο. Εάν όμως είναι νήπιο, τότε ας μη μιλάμε για δημοκρατία. Εάν ο ελληνικός λαός δεν είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, τότε, ας του ορίσουμε έναν κηδεμόνα. Εγώ λέω ότι ο ελληνικός λαός -όπως και κάθε λαός- είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, συνεπώς, είναι υπεύθυνος και για την κατάσταση, στην οποία βρίσκεται σήμερα.

Δημοσιογράφος: Πώς την εννοείτε αυτή την ευθύνη;

Καστοριάδης: Δεν δικάζουμε κανέναν. Μιλάμε για ιστορική και πολιτική ευθύνη. Ο ελληνικός λαός δεν μπόρεσε έως τώρα να δημιουργήσει μια στοιχειώδη πολιτική κοινωνία. Μια πολιτική κοινωνία, στην οποία, ως ένα μίνιμουμ, να θεσμισθούν και να κατοχυρωθούν στην πράξη τα δημοκρατικά δικαιώματα τόσο των ατόμων όσο και των συλλογικοτήτων.

Δημοσιογράφος: Θέλετε να πείτε ότι -αντιθέτως- σε άλλες χώρες, στη Δυτική Ευρώπη.

Καστοριάδης: Εκεί, αυτό έγινε! Ο μακαρίτης ο Γιώργος Καρτάλης έλεγε κάνοντάς μου καζούρα στο Παρίσι το 1956:«Κορνήλιε, ξεχνάς ότι στην Ελλάδα δεν έγινε Γαλλική Επανάσταση». Πράγματι, στην Ελλάδα δεν έχει υπάρξει εποχή που ο λαός να έχει επιβάλει, έστω και στοιχειωδώς, τα δικαιώματά του. Και η ευθύνη, για την οποία μίλησα, εκφράζεται με την ανευθυνότητα της παροιμιώδους φράσης: «εγώ θα διορθώσω το ρωμέικο;». -Ναι, κύριε, εσύ θα διορθώσεις το ρωμέικο, στο χώρο και στον τομέα όπου βρίσκεσαι

*Ο Κορνήλιος Καστοριάδης (Κωνσταντινούπολη, 11 Μαρτίου 1922- Παρίσι, 26 Δεκεμβρίου 1997) ήταν Έλληνας φιλόσοφος, οικονομολόγος και ψυχαναλυτής. Συγγραφέας του έργου Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, διευθυντής σπουδών στην Σχολή Ανωτέρων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού από το 1979, και φιλόσοφος της αυτονομίας, υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές του 20ου αιώνα.

Δημοσίευση από ENGLEZOS » 26 Δεκ 2013, 19:55

1997: Σαν σήμερα πέθανε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, φιλόσοφος, που αποδεχόταν τον Μαρξ και απέρριπτε το μαρξισμό!!!

Δημοσίευση από ENGLEZOS » 19 Σεπ 2013, 09:01

Κορνήλιος Καστοριάδης:
Μικρό βιογραφικό

Έλληνας φιλόσοφος, οικονομολόγος και ψυχαναλυτής, που έδρασε και δημιούργησε στη Γαλλία. Από τους μεγαλύτερους στοχαστές του 20ου αιώνα, συνένωσε στο έργο του την πολιτική, τη φιλοσοφία και την ψυχανάλυση. Αποκλήθηκε «φιλόσοφος της αυτονομίας», υπήρξε συγγραφέας του σημαντικού βιβλίου «Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» και συνιδρυτής του περιοδικού «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα».

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 11 Μαρτίου 1922 και λίγο μετά τη Μικρασιατική καταστροφή βρέθηκε στην Αθήνα με την οικογένειά του. Αρκετά νωρίς, από τα 13 του, αναμίχθηκε στην πολιτική και κοινωνική δράση. Μέλος παράνομης κομμουνιστικής οργάνωσης την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Σπουδάζει νομικά και οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1941 εντάσσεται στο ΚΚΕ. Θα το εγκαταλείψει ένα χρόνο αργότερα για να ενταχθεί στην τροτσκιστική ομάδα του Σπύρου Στίνα. Αυτό θα έχει ως συνέπεια να βρεθεί ανάμεσα σε δύο πυρά, των Γερμανών και των ορθόδοξων κομμουνιστών.

Το 1944 δημοσιεύει το πρώτο του δοκίμιο για τον Μαξ Βέμπερ, που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Αρχείο Κοινωνιολογίας και Ηθικής». Στα «Δεκεμβριανά» θα βιώσει ως τροτσκιστή την τρομοκρατία του ΕΛΑΣ και θα αποδοκιμάσει τις μεθόδους του ΚΚΕ. Το 1945 εγκαθίσταται στο Παρίσι με υποτροφία της Γαλλικής Κυβέρνησης, μαζί με τους Κώστα Αξελό, Κώστα Παπαϊωάννου, Ιάννη Ξενάκη, Μιμίκα Κρανάκη, Μέμο Μακρή κ.ά. Έκτοτε, η γαλλική πρωτεύουσα θα αποτελέσει το επίκεντρο της ζωής και των δραστηριοτήτων του. Την Ελλάδα θα την επισκέπτεται μόνο τα καλοκαίρια και μετά τη μεταπολίτευση.

Στο Παρίσι, παράλληλα με τις σπουδές του, δημιουργεί την ομάδα «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» που ιδεολογικά και πολιτικά ασκεί δριμύτατη κριτική στο σοβιετικό μαρξιστικό μοντέλο, το οποίο χαρακτηρίζει «γραφειοκρατικό καπιταλισμό». Είναι η ψυχή της ομάδας και αυτός, που κυρίως επεξεργάζεται τις θέσεις και γράφει τα σημαντικότερα κείμενα στο ομότιτλο περιοδικό.

Τότε είναι που αρχίζει να διαμορφώνει την έννοια της αυτονομίας, ως «αυτονομία του προλεταριάτου». Εκκινώντας από την εκτίμηση ότι το εργατικό κίνημα έχει υποστεί πολύμορφες διαστρεβλώσεις που αλλοίωσαν τον ιστορικό ρόλο του προλεταριάτου, θεωρεί ως βασικό όρο για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας μιαν αυτόνομη δράση του προλεταριάτου, που θα έχει ως αντικειμενικό σκοπό την κατάλυση του γραφειοκρατικού δημόσιου μηχανισμού και τη μεταβίβαση της εξουσίας σε μαζικούς οργανισμούς των παραγωγικών τάξεων.

Το 1966 η ομάδα «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» και το περιοδικό παύει να εκδίδεται. Ωστόσο, δύο χρόνια αργότερα, τα κείμενα και η σκέψη της ομάδας και κυρίως του Καστοριάδη αποτελούν βασική πηγή έμπνευσης των εξεγερμένων φοιτητών του Μάη του '68. Το διάστημα αυτό εργάζεται ως οικονομολόγος στον ΟΟΣΑ και το 1970 αποκτά τη γαλλική υπηκοότητα. Έτσι θα πάψει να αρθρογραφεί με ψευδώνυμο (Πιερ Σολιέ, Πολ Καρντάν κ.ά.), υπό τον φόβο της απέλασης και θα γίνει ευρύτερα γνωστός.

Η βαθιά κριτική του μαρξισμού συνοδεύεται από μια άνευ προηγουμένου πνευματική περιέργεια και παραγωγικότητα. Ο Καστοριάδης ασχολείται με τα μαθηματικά, την οικονομία και την ψυχανάλυση, την οποία και εξασκεί επαγγελματικά το 1974. Αυτή η στροφή προς την ψυχανάλυση χαρακτηρίζει πλέον το σύνολο της σκέψης του, που τον οδηγεί σε μια καινούργια φιλοσοφική κατανόηση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του ανθρώπου, η οποία αποτυπώνεται στο κλασικό, πλέον, έργο του «Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας» (1975). Γύρω από αυτό το σύγγραμμα ο Καστοριάδης θα δομήσει το φιλοσοφικό του σύστημα. Ξαναφέρνοντας στο φως τις απαρχές της δημοκρατικής συγκρότησης της αθηναϊκής κοινωνίας του 5ου π.Χ. Αιώνα, όσο και όλες τις άλλες μεγάλες δημιουργικές στιγμές του ευρωπαϊκού πολιτισμού, η σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να δει τον εαυτό του ως αυτόνομο υποκείμενο και δημιουργό της Ιστορίας του.

Ο Καστοριάδης αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε προδιαγεγραμμένης πορείας της κοινωνίας (ντετερμινισμού), καθώς αυτή είναι συνεχής δημιουργία που γεννιέται και νοηματοδοτείται μέσω του «Κοινωνικού Φαντασιακού». Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, αν και όλες οι κοινωνίες δημιουργούν, οι ίδιες τις φαντασιακές σημασίες τους (δηλαδή τους θεσμούς, τους κανόνες, τις πεποιθήσεις, τις αντιλήψεις κ.λ.π.) δεν έχουν όλες συνείδηση του γεγονότος αυτού. Πολλές κοινωνίες συγκαλύπτουν τον κοινωνικό χαρακτήρα της θέσμισης των φαντασιακών σημασιών τους, αποδίδοντας τη θέσμιση και τη θεμελίωσή τους σε εξωκοινωνικούς παράγοντες (π.χ. το Θεό, την παράδοση, το νόμο, την ιστορία). Με βάση αυτή την συνείδηση της αυτοθέσμισης των φαντασιακών σημασιών από κάθε κοινωνία, ο Καστοριάδης διέκρινε μεταξύ των αυτόνομων κοινωνιών, αυτών δηλαδή που είχαν συνείδηση της αυτοθέσμισης αυτής, και των ετερόνομων κοινωνιών, στις οποίες η θέσμιση αποδιδόταν σε κάποια εξωκοινωνική αυθεντία.

Το 1979 γίνεται διευθυντής σπουδών στην «Ανωτάτη Σχολή για τις Κοινωνικές Επιστήμες» (Ecoles des Hautes Etudes en Sciences Sociales). Τα τελευταία χρόνια της ζωής του επισκέφθηκε αρκετές φορές την Ελλάδα, δίνοντας σειρά διαλέξεων στη Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο, τον Βόλο, το Ρέθυμνο κ.α. Το 1989 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Πέθανε στο Παρίσι στις 26 Δεκεμβρίου 1997, από επιπλοκές μετά από εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς, σε ηλικία 75 ετών.



Edited By ENGLEZOS on 1379570564

Δημοσίευση από ENGLEZOS » 19 Σεπ 2013, 08:59

Κορνήλιος Καστοριάδης:
Οι ρίζες του μίσους

Υπάρχουν δύο ψυχικές εκφράσεις του μίσους: το μίσος για τον άλλο και το μίσος για τον εαυτό μας, το οποίο συχνά δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι και τα δυο έχουν κοινή ρίζα, την άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο. Η οντολογική αυτή διάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο. Καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μία «διαφανή» κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση οικουμενική συμφιλίωση.

Κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης, οι δύο διαστάσεις του μίσους χαλιναγωγούνται σε σημαντικό βαθμό, τουλάχιστον όσον αφορά τις πιο δραματικές εκδηλώσεις τους. Εν μέρει αυτό επιτυγχάνεται μέσω του μόνιμου αντιπερισπασμού που ασκείται στην καταστροφική τάση από τους «εποικοδομητικούς» κοινωνικούς σκοπούς - την εκμετάλλευση της φύσης, τον συναγωνισμό διαφόρων ειδών (τις «ειρηνικές» αγωνιστικές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, τον οικονομικό ή πολιτικό ανταγωνισμό, κτλ). Όλες αυτές οι διέξοδοι κατευθύνουν ένα μέρος του μίσους και της «διαθέσιμης» καταστροφικής ενέργειας, αλλά όχι το σύνολο τους.

Το κομμάτι του μίσους και της καταστροφικότητας που απομένει φυλάσσεται σε μία δεξαμενή έτοιμη να μετατραπεί σε καταστροφικές δραστηριότητες, σχηματοποιημένες και θεσμοθετημένες, που στρέφονται εναντίον άλλων ομάδων - δηλαδή να μετατραπεί σε πόλεμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ψυχικό μίσος είναι η «αιτία» του πολέμου. Αλλά το μίσος είναι, αναμφίβολα, ένας όρος, όχι μόνο απαραίτητος αλλά και ουσιαστικός, του πόλεμοι».

Το μίσος καθορίζει τον πόλεμο και εκφράζεται μέσω αυτού, Η φράση του Αντρέ Μαλρό «είθε η νίκη σε αυτό τον πόλεμο να ανήκει σε όσους πολέμησαν χωρίς να τον αγαπούν» εκφράζει μία ελπίδα που στην πραγματικότητα διαψεύδεται σε όλους σχεδόν τους πολέμους. Αλλιώς δεν θα καταλαβαίναμε πώς εκατομμύρια άνθρωποι στη διάρκεια της ιστορίας ήταν πρόθυμοι, από τη μία στιγμή στην άλλη, να σκοτώσουν αγνώστους ή να σκοτωθούν από αυτούς. Και όταν η δεξαμενή του μίσους δεν βρίσκει διέξοδο στον πόλεμο, εκδηλώνεται υπόκωφα με τη μορφή της περιφρόνησης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.

Οι καταστροφικές τάσεις των ατόμων συνάδουν απόλυτα με την ανάγκη μίας κοινωνίας να ενδυναμώνει τη θέση των νόμων, των αξιών και των κανόνων της, ως μοναδικά στην τελειότητα τους και ως τα μόνα αληθινά, ενώ οι νόμοι, τα πιστεύω και τα έθιμα των άλλων είναι κατώτερα, λανθασμένη, άσχημα, αηδιαστικά, φριχτά, διαβολικά.

Και αυτό, με τη σειρά του, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τις ψυχικές ανάγκες του ατόμου. Γιατί ό,τι υπάρχει πέρα από τον κύκλο σημασιών που τόσο επίπονα περιέβαλε στον δρόμο προς την κοινωνικοποίηση είναι λανθασμένο, άσχημο, ασύνετο. Το αυτό συμμερίζεται η ομάδα στην οποία ανήκει: φυλή, χωριό, έθνος, θρησκεία. Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό ότι κάθε απειλή προς τις θεσμοθετημένες ομάδες, στις οποίες ανήκουν τα άτομα, βιώνεται από αυτά ως πιο σοβαρή από μία απειλή κατά της ζωής τους,

Τα χαρακτηριστικά αυτά παρατηρούνται με μεγαλύτερη ένταση στις εντελώς κλειστές κοινωνίες: στις αρχαϊκές ή παραδοσιακές αλλά ακόμη περισσότερο στις σύγχρονες απολυταρχικές. Η κύρια απάτη είναι πάντα: οι κανόνες μας είναι το καλό· το καλό είναι οι κανόνες μας· οι κανόνες μας δεν είναι ίδιοι με τους δικούς τους· άρα οι κανόνες τους δεν είναι καλοί. Επίσης: ο θεός μας είναι ο αληθινός· η αλήθεια είναι ο θεός μας· ο θεός μας δεν είναι ίδιος με τον δικό τους· άρα ο θεός τους δεν είναι ο αληθινός.

Πάντα φαινόταν σχεδόν αδύνατο οι ανθρώπινες ομάδες να αντιμετωπίζουν το διαφορετικό ως ακριβώς αυτό: απλώς διαφορετικό. Επίσης, ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπίζουν τους θεσμούς των άλλων ως ούτε κατώτερους ούτε ανώτερους αλλά απλώς ως διαφορετικούς. Η συνάντηση μίας κοινωνίας με άλλες συνήθως ανοίγει τον δρόμο για τρεις πιθανές εκτιμήσεις: οι άλλοι είναι ανώτεροι από εμάς είναι ίσοι ή είναι κατώτεροι. Αν δεχτούμε ότι είναι ανώτεροι, οφείλουμε να απαρνηθούμε τους θεσμούς μας και να υιοθετήσουμε τους δικούς τους. Αν είναι ίσοι θα μας ήταν αδιάφορο αν οι άλλοι είναι χριστιανοί ή ειδωλολάτρες. Οι δύο αυτές πιθανότητες είναι απαράδεκτες. Διότι αμφότερες προϋποθέτουν ότι το άτομο πρέπει να εγκαταλείψει τα σημεία αναφοράς του ή τουλάχιστον να τα θέσει υπό αμφισβήτηση.

Δεν απομένει λοιπόν παρά η τρίτη πιθανότητα: οι άλλοι είναι κατώτεροι. Αυτό βεβαίως αποκλείει την πιθανότητα οι άλλοι να είναι ίσοι με εμάς, με την έννοια ότι οι θεσμοί τους απλώς δεν συγκρίνονται με τους δικούς μας. Ακόμη και στην περίπτωση «μη θρησκευτικών» πολιτισμών, μία τέτοια παραδοχή θα δημιουργούσε αναπάντητα ερωτηματική στο καθαρώς θεωρητικό επίπεδο: πώς αντιμετωπίζει κανείς κοινωνίες που δεν αναγνωρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, επιβάλλουν στους πολίτες τους σκληρές ποινές ή έχουν απαράδεκτα έθιμα;

Ο δρόμος προς την αναγνώριση του διαφορετικού αρχίζει στο ίδιο σημείο και έχει τα ίδια κίνητρα με την αμφισβήτηση των δεδομένων θεσμών της κοινωνίας, την απελευθέρωση των σκέψεων και των πράξεων, εν ολίγοις τη γέννηση της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας. Εδώ μπαίνει κανείς σε πειρασμό να πει ότι το άνοιγμα της σκέψης και ο μερικός και σχετικός εκδημοκρατισμός των πολιτικών καθεστώτων της Δύσης συνοδεύτηκαν από την παρακμή του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Ωστόσο, δεν μπορούμε να δεχτούμε αυτή την ιδέα χωρίς να θέσουμε ισχυρούς περιορισμούς. Αρκεί να σκεφτούμε με πόσο ακραία επιθετικότητα επανεμφανίστηκε ο εθνικισμός, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός τον 20ό αιώνα σε χώρες «ανεπτυγμένες» και «δημοκρατικές».

Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ αφορούν τον αποκλεισμό του άλλου. Δεν αρκούν για να "εξηγήσουμε» γιατί αυτός ο αποκλεισμός γίνεται διάκριση, περιφρόνηση, απομόνωση, και τελικά μίσος, λύσσα και δολοφονική τρέλα. Δεν πιστεύω όμως ότι μπορεί να υπάρξει γενική «εξήγηση».

Μπορώ μόνο να αναφέρω έναν παράγοντα που αφορά τις μαζικές εκρήξεις εθνικού και ρατσιστικού μίσους στη σύγχρονη εποχή. Η κατάρρευση, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, σχεδόν όλων των αρχών είχε ως επίπτωση τη συσπείρωση για λόγους ταύτισης γύρω από τη «θρησκεία», το «έθνος» ή τη «ράτσα» και όξυνε το μίσος προς τους ξένους. Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στις μη ευρωπαϊκές κοινωνίες που υφίστανται το σοκ της εισβολής του μοντέρνου τρόπου ζωής, άρα και την κονιο­ποίηση των παραδοσιακών ση­μείων αναφοράς με τα οποία ταυτίζονται τα άτομα. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του θρησκευτικού και/ή εθνικού φανατισμού.

Μία τελευταία παρατήρηση που αφορά ον ρατσισμό. Το κύριο και καθοριστικό χαρακτηριστικό του ρατσισμού είναι η «απαραίτητη μη μετατρεψιμότητα» του άλλου. Ο θρησκευτικά μισαλλόδοξος δέχεται με χαρά τον προσηλυτισμό των απίστων ο «λογικά» εθνικιστής χαίρεται όταν ξένα εδάφη προσαρτώνται στη χώρα του και οι κάτοικοι τους «αφομοιώνονται» Δεν είναι όμως τέτοια η περίπτωση του ρατσιστή. Οι γερμανοί εβραίοι θα ήθελαν να παραμείνουν πολίτες του Τρίτου Ράιχ· αλλά οι ναζιστές ούτε να το ακούσουν.

Ακριβώς γιατί στην περίπτωση του ρατσισμού το αντικείμενο του μίσους πρέπει να είναι «μη μετατρέψιμο». Γι" αυτό ο ρατσιστής επικαλείται ή εφευρίσκει δήθεν φυσικά (βιολογικά), άρα μη μετατρέψιμα, χαρακτηριστικά του αντικειμένου του μίσους του: το χρώμα του δέρματος του, τα διακριτικά γνωρίσματα του προσώπου του. Τέλος, θα ήταν απολύτως δικαιολογημένο να συνδέσουμε αυτή την ακραία μορφή του μίσους προς τον άλλο με το πιο σκοτεινό, πιο άγνωστο και πιο συγκρατημένο είδος μίσους: το μίσος προς τον εαυτό μας.

Η αυτονομία, δηλαδή η πλήρης δημοκρατία, και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια. Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είχε μέχρι σήμερα οριακά μεγαλύτερη επιτυχία από τον αγώνα κατά του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Αλλά για όσους είναι στρατευμένοι στο μοναδικό πολιτικό πλάνο που χρήζει υπεράσπισης, το πλάνο της οικουμενικής ελευθερίας, ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα.

Δημοσίευση από sed2 » 08 Μάιος 2013, 09:54

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης για την υπαρκτή δημοκρατία...!!!

…Ζουμε (μιλω για τις πλουσιες δυτικες κοινωνιες) υπο καθεστωτα φιλελευθερης ολιγαρχιας, που σιγουρα ειναι πολυ προτιμοτερα, απο υποκειμενικη και πολιτικη αποψη, απΆ ο,τι υπαρχει αλλου στον πλανητη.

Τα καθεστωτα αυτα δεν γεννηθηκαν αυτοματα και αυθορμητα, ουτε απο την καλη θεληση των προηγουμενων κυριαρχων στρωματων, αλλα μεσω κοινωνικο-ιστορικων κινηματων πολυ πιο ριζοσπαστικων, των οποιων ειναι καταλοιπα ή υποπροϊοντα (η Γαλλικη επανασταση ειναι ενα παραδειγμα).

Τά κινηματα αυτα τα ιδια θα ηταν αδυνατα, αν δεν ειχαν συνοδευτει απο την αναδυση (΅αποτελεσμαΆ συγχρονως και ΅αιτιοΆ) ενος νεου ανθρωπολογικου τυπου ατομου, ας πουμε, για να παμε γρηγορα, του δημοκρατικου ατομου: πραγμα που συνιστα τη διαφορα αναμεσα σΆεναν αγροτη του Παλαιου καθεστωτος και σε εναν Γαλλο πολιτη της σημερον, αναμεσα σΆεναν υπηκοο του τσαρου και σΆεναν Αγγλο ή Αμερικανο πολιτη.

Διχως αυτο τον τυπο ατομου, ακριβεστερα διχως εναν αστερισμο τετοιων τυπων… η φιλελευθερη κοινωνια δε μπορει να λειτουργησει
. Μου φαινεται τωρα προδηλο οτι η σημερινη κοινωνια δεν ειναι πια ικανη να τους αναπαραγει. Παραγει ουσιαστικα πλεονεκτες, φρουδευμενους και κομφορμιστες …Ο τυπος του ανθρωπου με την ανεξαρτητη κριση και το ενδιαφερον για τα ζητηματα γενικης εμβελειας… επαναμφισβητειται σημερα. Δεν λεω οτι εχει εξαφανιστει πληρως. Αλλα αντικαθισταται βαθμιαια και γρηγορα απο εναν αλλο τυπο ατομου, επικεντρωμενο στην καταναλωση και στην απολαυση, απαθη μπροστα στις γενικες υποθεσεις, κυνικο στη σχεση του με την πολιτικη, τις περισσοτερες φορες ηλιθιως επιδοκιμαζοντα και κομφορμιστη. Δεν βλεπουμε οτι ζουμε σε μια εποχη βαθιου και γενικευμενου κομφορμισμου…

…Πρεπει να διερωτηθουμε (πραγμα που δεν κανουν οι υμνωδοι του περιρρεοντος ψευδο-ατομικισμου) ποιου τυπου κοινωνιας μπορει να ειναι φορεας ο συγχρονος ανθρωπος; Σε τι θα επετρεπε η ψυχολογικη του δομη στους δημοκρατικους θεσμους να λειτουργησουν; …ποιο ειναι το οραμα του για το μελλον της κοινωνιας; Ολα αυτα σχηματιζουν μια μαζα διχως μπουσουλα, που ζει μερα με τη μερα, διχως οριζοντα ―οχι μια κριτικη-ανακλαστικη/στοχαστικη συλλογικοτητα…

…Οι σημερινοι πολιτικοι θεσμοι δεν εχουν μηπως ως τελικοτητα να απομακρυνουν τους πολιτες απο τις δημοσιες υποθεσεις και να τους πεισουν οτι ειναι ανικανοι να ασχολουνται μΆαυτες; Καμια σοβαρη αναλυση δεν μπορει να αμφισβητησει οτι τα καθεστωτα που αυτοανακυρησσονται δημοκρατικα ειναι στην πραγματικοτητα αυτο που καθε κλασικος πολιτικος φιλοσοφος θα ονομαζε καθεστωτα ολιγαρχιας.

Ενα ισχνοτατο στρωμα της κοινωνιας κυριαρχει και κυβερνα. Διαλεγει τους διαδοχους του. Ασφαλως ειναι φιλελευθερο (περισσοτερο ή λιγοτερο…) και επικυρωνεται καθε πεντε ή επτα χρονια απο την ψηφο του λαου. Αν το κυβερνων κλασμα αυτης της ολιγαρχιας υπερβαλλει πολυ, θα αντικατασταθει― απο το αλλο κλασμα της ολιγαρχιας, που ειναι ολοενα και περισσοτερο ομοιο με το πρωτο. Εξ ου και η εξαφανιση καθε πραγματικου περιεχομενου μεσα στην αντιθεση της ΅αριστεραςΆ και της ΅δεξιαςΆ. Το απιστευτο κενο των σημερινων πολιτικων λογων αντικατοπτριζει αυτην την κατασταση, οχι γενετικες μεταλλαγες…

…Αυτη η ιδια η κοινωνια στην οποια ζουμε διακυρησσει αρχες ―ελευθερια, ισοτητα, αδελφοσυνη― τις οποιες παραβιαζει ή εκτρεπει και παραμορφωνει καθε μερα. Λεω οτι η ανθρωποτητα μπορει να κανει καλυτερα πραγματα, οτι ειναι ικανη να ζησει κατω απο μια αλλη κατασταση, την κατασταση της αυτοκυβερνησης. Υπο τις συνθηκες της συγχρονης εποχης, οι μορφες της αυτοκυβερνησης μενουν ασφαλως να βρεθουν, καλυτερα: να δημιουργηθουν…»

Καστοριαδης: H ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ - Ο Θρυμματισμενος Κοσμος (Υψιλον) σελ. 136-139

Πηγή: Ο Κορνήλιος Καστοριάδης για την υπαρκτή δημοκρατία - RAMNOUSIA
communenews

Δημοσίευση από ENGLEZOS » 20 Σεπ 2008, 02:12

Ο θεωρητικός λαβύρινθος του Καστοριάδη

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΒΕΝΣΑΝ ΝΤΕΚΟΜΠ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ

Ο Γάλλος φιλόσοφος Βενσάν Ντεκόμπ είναι πρόεδρος της Association Castoriadis. Η ακόλουθη συνέντευξή του δόθηκε στον Εμανουέλε Προφούμι και δημοσιεύτηκε στην ιταλική επιθεώρηση Il giornale di filosofia στις 29-12-2007.

- Με ποιους φιλοσόφους θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι συγγενεύει ο Καστοριάδης; Υπάρχουν συγγραφείς στην ιστορία της φιλοσοφίας των οποίων οι θέσεις συγκρούονται με εκείνες του Καστοριάδη;

- Πρώτα απ όλα πρέπει να πούμε ότι δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε αυτό που ο ίδιος ο Καστοριάδης πίστευε για τη δική του θέση, ότι δηλαδή η φιλοσοφία του αντιστέκεται στην ιδέα να θεμελιώνει τις ιδέες της με αφετηρία άλλους φιλοσόφους. Οπως όταν λέει ότι η ιδέα του της πράξης δεν έχει καμία σχέση με την αριστοτελική έννοια της πράξης ή όταν υποστηρίζει ότι η ιδέα του φαντασιακού δεν έχει αναφερθεί πριν από αυτόν. Το να υιοθετήσουμε αυτή τη θέση θα ήταν ένα λάθος ερμηνείας. Νομίζω αντίθετα ότι ο Καστοριάδης είχε μια διανοητική συγκρότηση που τον είχε κάνει να αποδεχθεί τον γερμανικό ιδεαλισμό. Ωστόσο, δεν μπορούμε να το αναγνωρίσουμε ούτε όταν τον βρίσκουμε να σκέφτεται στο εσωτερικό του μαρξιστικού ορίζοντα, ούτε στη συνέχεια, όταν προσπαθεί να αμφισβητήσει ακριβώς τον εγελιανισμό και τον ορθολογισμό. Παρά τη θέση του αυτή, πράγματι, η κριτική του πρέπει να τοποθετηθεί στην ίδια τροχιά με τον γερμανικό ιδεαλισμό: αποδεσμευόμενος από τον μαρξισμό, ο Καστοριάδης δίνει έμφαση στα φιλοσοφικά του στοιχεία, που είναι άλλωστε πάντοτε παρόντα, και ο στοχασμός του γίνεται ένας συνδυασμός Αριστοτέλη και γερμανικού ιδεαλισμού. Ακόμα και η φιλοσοφία του Χάιντεγκερ είναι παρούσα. Αν και δεν νομίζει καθόλου ότι είναι χαϊντεγκεριανός, θεωρώ ότι υπάρχει πολύς Χάιντεγκερ στον Καστοριάδη. Εχει τα ίδια σημεία αναφοράς και τα προβλήματά του όχι μόνον είναι σύγχρονα με εκείνα του Χάιντεγκερ αλλά, όταν τοποθετείται απέναντι στο αδιέξοδο της φιλοσοφικής παράδοσης, είναι ακριβώς τα ίδια.

- Ωστόσο είναι ρητή η αντίθεση του Καστοριάδη απέναντι στον Χάιντεγκερ, τόσο που τον παρουσιάζει ως την πιο εμβληματική μορφή εκείνου που αποκαλεί «κληρονομημένη σκέψη».

- Ναι, ναι. Αλλά... πώς να το πούμε; Οι νέοι της εποχής έκαναν μαθήματα πάνω στον Χάιντεγκερ. Ηταν όπως ο Μερλό-Ποντί. Είναι ένας σύγχρονος του οποίου διαβάζουν τα έργα αμέσως μόλις δημοσιεύονται. Για να κατανοήσουμε αυτή την κατάσταση, πρέπει να αντιληφθούμε τη σχέση που εγκαθιδρύεται ανάμεσα στη νέα γενιά και στη γενιά που προηγείται. Σε αυτό αναφέρομαι. Για τον Καστοριάδη η σκέψη του Χάιντεγκερ είναι μια ζώσα σκέψη. Δεν είναι δυνατό να το κατανοήσουμε με τα μάτια εκείνου που σήμερα θεωρεί τον Χάιντεγκερ κλασικό. Είναι μια σχέση άμεση αυτή που εγκαθιδρυόταν εκείνη την εποχή. Τότε έθεταν το ερώτημα: «δεχόμαστε αυτή τη σκέψη ή οφείλουμε να καταγγείλουμε αυτή τη θέση μάλλον παρά την άλλη;». Με τους κλασικούς δεν κάνουμε ένα έργο καταγγελίας, αλλά προσπαθούμε πρώτα απ όλα να κατανοήσουμε τη σημασία τους.

- Στην εισήγησή σας στο συνέδριο που έγινε στο Παρίσι για τα δέκα χρόνια από τον θάνατο του Καστοριάδη, μιλήσατε για μια σχέση ανάμεσα στον Καστοριάδη, τον Μοντεσκιέ και τον Τοκβίλ στο πεδίο του στοχασμού για την κοινωνία. Μπορείτε να μας εξηγήσετε γιατί;

- Υπάρχει κάτι εντελώς εκπληκτικό στον Καστοριάδη, που δεν το βρίσκουμε σε κανέναν από τους φιλοσόφους που του είναι κοντινοί (όπως ο Λεφόρ και ο Λιοτάρ) και είναι το γεγονός ότι διατηρεί μιαν οξεία αίσθηση της ανθρώπινης κοινωνικότητας, του ανθρώπου ως κοινωνικού όντος. Για τους μαρξιστές της δεκαετίας του '50, το να είναι μαρξιστές σήμαινε ακριβώς ότι είχαν ανακαλύψει το κοινωνικό, για να κάνουν την Ιστορία να βγει από μιαν αστική και ατομική θεώρηση.

Ο Καστοριάδης είναι πολύ πιο διεισδυτικός, όπως βλέπουμε διαβάζοντας το κείμενό του για τον Μαρξ, τον Αριστοτέλη και τη δικαιοσύνη (περιέχεται στο βιβλίο «Τα σταυροδρόμια του λαβύρινθου»).

Στον Μαρξ το κοινωνικό γεγονός είναι μια ανωμαλία, μια υποχρέωση, κάτι που πρέπει να χαθεί, μια προσωρινή κατάσταση που θα ξεπεραστεί, όταν θα αναπτυχθούν τα μέσα παραγωγής, που θα εξαλείψουν την κοινωνική υποχρέωση, καθιστώντας δυνατό να φτάσουμε σε έναν γενικευμένο ατομικισμό. Γι" αυτό μπορούμε να πούμε ότι ο Καστοριάδης διατηρεί μιαν αυθεντικά κοινωνιολογική σκέψη (με την υψηλή έννοια του όρου). Δεν αρκείται στη διυποκειμενικότητα, αλλά θεωρεί ότι πρέπει να κατανοήσει την κοινωνία, την κοινωνική ολότητα.

Ο Μοντεσκιέ δεν είναι κύρια αναφορά για τον Καστοριάδη, ο οποίος λέει ότι αντλεί τη δική του έννοια του θεσμού από τον Μερλό-Ποντί.

Ωστόσο σε αυτόν τον φιλόσοφο η ιδέα του θεσμού είναι εκείνη του Χούσερλ: συγκρότηση της συνείδησης σε στρώματα. Δεν έχει καμία σχέση με το δίκαιο ή την κοινωνιολογία. Είναι ένα ζήτημα νοήματος, που για το άτομο γίνεται ζήτημα ικανότητας. Αυτό δεν αναφέρεται επομένως στον θεσμό αλλά στη σχέση ανάμεσα στο άτομο και τον θεσμό. Γι" αυτό έχω υποστηρίξει ότι, αν θέλουμε να κατανοήσουμε την ιδέα του θεσμού και την θεσμίζουσα εξουσία στον Καστοριάδη, πρέπει να τον τοποθετήσουμε στη σειρά των στοχαστών του θεσμού. Να γιατί ο Μοντεσκιέ μπορεί να γίνει μια άμεση αναφορά. Στον Μοντεσκιέ, πράγματι, βρίσκουμε συχνά την ιδέα ότι, για να κατανοήσουμε την κοινωνία, δεν μπορούμε να σταθούμε αποκλειστικά στο δίκαιο και στη νομοθεσία, αλλά πρέπει να βασιστούμε στην ιδέα του θεσμού. Σύμφωνα με τον Μοντεσκιέ, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε έναν συγκεκριμένο νόμο ενός λαού, για παράδειγμα έναν ρωμαϊκό νόμο για την παράδοση, αν δεν τον εντάξουμε στο σύνολο των νόμων αυτού του λαού, έτσι ώστε να αντιληφθούμε το νόημα αυτού του νόμου σε συνάρτηση με το «πνεύμα των νόμων». Με δυο λόγια, το πνεύμα των νόμων σημαίνει πνεύμα των θεσμών, του συνόλου των θεσμών, αφού ο Μοντεσκιέ διευρύνει την έρευνά του σε όλες τις συλλογικές συνήθειες αυτού του λαού· όχι μόνο στους νόμους που είναι έργο του νομοθέτη αλλά και, όπως λέει ρητά, στα ήθη (με τη λατινική έννοια του mores) και τις νοοτροπίες (με την έννοια των μορφών πολιτισμού). Αυτό το σύνολο νόμων, ηθών και νοοτροπιών ο Μοντεσκιέ το συνοψίζει ονομάζοντάς το θεσμό.

- Και σχετικά με αυτό το θέμα νομίζω ότι μπορούμε να μιλάμε για ολιστική σκέψη στον Καστοριάδη. Καθώς έχετε αντιμετωπίσει άμεσα την ολιστική σκέψη στο βιβλίο σας «Les istitutions du sens», σε τι νομίζετε ότι μπορούμε να ανιχνεύσουμε -αν μπορούμε- μιαν ολιστική σκέψη στον Καστοριάδη; Και ποιες ενδεχόμενες κριτικές θεωρείτε ότι μπορούν να ασκηθούν σε αυτή τη σκέψη;

- Στην πραγματικότητα δεν είμαι τόσο κριτικός απέναντι στον ολισμό του. Αντίθετα βασίζομαι στην κριτική του σε κάθε εξατομικευτική θεώρηση. Ενδεχομένως -αλλά αυτό δεν είναι κριτική- θα μπορούσαμε να ευχηθούμε ο Καστοριάδης να μπορούσε να προωθήσει τον στοχασμό του πιο μακριά από όσο το έκανε. Στην πραγματικότητα δεν μπορούμε καν να θεωρούμε δεδομένο ότι ο Καστοριάδης, με τη διανοητική συγκρότηση που είχε δεχθεί, με τους συνομιλητές που είχε, με τα πνευματικά περιβάλλοντα με τα οποία αναμετρήθηκε, με όλο αυτό το φροϊδικό υπόβαθρο, θα ήταν σε θέση -όπως όμως το κατόρθωσε- να διατηρήσει μια δική του ιδέα για την κοινωνική ολότητα. Αρκεί να σταθούμε στις έννοιες που χρησιμοποιούν οι ψυχαναλυτές για να το κατανοήσουμε. Αν το κάνουμε, πράγματι, θα μας έρθει αμέσως η σκέψη να τους πούμε: «Μα, σας παρακαλούμε, μην ονειρεύεστε, υπάρχει μια κοινωνία και δεν είναι σωστό να μην την παίρνετε υπόψη σας!». Αυτό το μήνυμα γενικά δεν περνάει. Δεν ξέρω αν ο Καστοριάδης είχε πάντοτε αυτή την ιδέα, αν και πώς αυτή διαμορφώνεται πρώιμα, αλλά, κατά τη γνώμη μου, αυτή προέρχεται από ένα μεγάλο ενδιαφέρον για την Ιστορία, από μια μεγάλη ιστορική κουλτούρα και ταυτόχρονα από την ιδέα ότι υπάρχει μια πυκνότητα του χρόνου, με την έννοια της αλλαγής, της ύπαρξης διαφορετικών κόσμων και επομένως από την ιδέα ότι η Ιστορία είναι μια πραγματικότητα που δεν είναι εύκολο να γίνει κατανοητή και μάλιστα ότι είναι ένα θαύμα το γεγονός της κατανόησής της. Αρκεί να σκεφτούμε τους στοχασμούς του για τη Ρωσία, που είναι ένας μακρινός πολιτισμός. Τα βρίσκω αυτά αρκετά συγκινητικά. Πιθανόν αυτό εμπόδισε τον Καστοριάδη να υιοθετήσει τις πιο διυποκειμενικές απόψεις, αν και τις κατανοούσε καλά, και να έρθει σε επαφή με τη Χάνα Αρεντ.

- Συμφωνώ. Μεταξύ των άλλων νομίζω ότι για να κατανοήσουμε τον Καστοριάδη, μπορούμε και να ανιχνεύσουμε έναν δεσμό με την Αρεντ, αν και πιστεύω ότι αυτός προχώρησε πέρα από τους στοχασμούς της. Τι γνώμη έχετε για το σχέδιο της αυτονομίας;

- Μα εσείς με ρωτάτε τι γνώμη έχω για τον Καστοριάδη. Αυτή η ιδέα συνοψίζει την ερμηνεία όλου του προγράμματός του.

- Αυτό είναι αλήθεια, αλλά ο Καστοριάδης όρισε αυτό το σχέδιο στο επίπεδο της πολιτικής φιλοσοφίας και κατέληξε να το συνδέσει με μια κριτική θεώρηση της σύγχρονης κοινωνίας. Είναι ένα σύνολο ιδεών που συνοψίζεται με αυτό το σχέδιο.

- Επομένως το ερώτημα απλούστερα θα μπορούσε να είναι: τι γνώμη έχετε για τη γενεαλογία αυτού του σχεδίου; Σε αυτή την περίπτωση, μου προξενεί εντύπωση ο ατελής χαρακτήρας του, αν σκεφτούμε την ιστορία της φιλοσοφίας και της Δύσης. Αρκεί να μελετήσουμε τον Πλάτωνα, ο οποίος δίνει την έμφαση στην πολιτική και σε όλα όσα καθιστούν δυνατό να αναπτύξουμε μια διάκριση λόγου μεταξύ του πολίτη και του φιλοσόφου. Αν έπειτα σκεφτούμε τον Χέγκελ, αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχει κάτι στη φιλοσοφία της Ιστορίας που σε κάθε περίπτωση συμβάλλει στην προώθηση της σύγχρονης αυτονομίας και αυτό είναι η ιστορία του Θεού. Υπάρχουν εξάλλου σημαντικά γεγονότα, όπως ο Χριστός, η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, ο Διαφωτισμός. Πού είναι όλες οι συγκρούσεις που γεννιούνται σε σχέση με αυτά τα γεγονότα στον Καστοριάδη; Πού είναι οι συγκρούσεις για τη συνειδητή ελευθερία; Για τον Καστοριάδη δεν θα υπήρχε αυτό το πρόβλημα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτός κατανοεί τη σύγχρονη εποχή δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως η αναβίωση κάποιου πράγματος που ήταν κρυμμένο και που επανεμφανίζεται. Εδώ βλέπω να λείπει κάτι σημαντικό. Ο Καστοριάδης δεν εκφράζεται για τα γεγονότα που κατέχουν μια θέση πρώτης γραμμής σε όλες τις γερμανικές φιλοσοφίες και δεν κατορθώνω να εξηγήσω το γιατί συμβαίνει αυτό. Δεν έχω κάποια εξήγηση. Διαπιστώνω ότι ο Καστοριάδης έχει μια τάση να σκέφτεται ότι η πολιτική ιστορία της αυτονομίας συγκροτεί το σύγχρονο νόημα της αυτονομίας. Αν αυτό είναι αληθινό, τότε θα όφειλε να πει ότι η πολιτική ιστορία της αυτονομίας μάς δίνει το αληθινό νόημα της αυτονομίας και θα ήταν αναγκαίο να καταπολεμήσει εκείνες που θα μπορούσαν να ερμηνευτούν από αυτήν την άποψη ως «απατηλές ερμηνείες της αυτονομίας». Αυτό όμως δεν συμβαίνει. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι η σύγχρονη αντίληψη της αυτονομίας δεν είναι μια απλή αναγέννηση της αρχαιοελληνικής αυτονομίας. Αυτό που κάνει τη διαφορά θα εκφραστεί από το θρησκευτικό στοιχείο. Αλλά αυτά τα ερωτήματα θα έπρεπε να τα θέσετε μάλλον στον Μαρσέλ Γκοσέ παρά σε μένα, γιατί είναι θέματα που αυτός έχει πραγματευθεί.

- Τι γνώμη έχετε για την καστοριαδική ιδέα της ανόδου της ασημαντότητας, ιδέα που αναμφίβολα αποτελεί μιαν από τις βασικές αρχές των αναλύσεών του για τη σύγχρονη κοινωνία;

- Δεν είναι μια ιδέα που μου προξενεί έκπληξη, επειδή είναι ήδη παρούσα στην κριτική της καταναλωτικής κοινωνίας που ασκεί ο νεαρός Καστοριάδης. Κατά τη γνώμη μου, ο Κορνήλιος εμβάθυνε την επεξεργασία του για την καταναλωτική κοινωνία στο εσωτερικό της ιστορίας της αλλοτρίωσης: το σύστημα εξαπατά τα πρόσωπα παρέχοντάς τους κάθε ικανοποίηση και τα καθιστά κενά. Είναι μια αυταπάτη. Δεν είναι μια συνωμοσία, αλλά υπάρχει μια αντικειμενική λειτουργία της κατανάλωσης που αποβλακώνει τα πρόσωπα, εμποδίζοντας γενικά την ανάπτυξη οποιασδήποτε δυνατότητας για την πολιτική.

Νομίζω ότι αυτό δεν είναι εσφαλμένο, αλλά το βρίσκω λίγο περιορισμένο, επειδή αυτό θα σήμαινε ότι τα πρόσωπα θα ήταν όλα χειραγωγημένα, πράγμα που δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα. Μολονότι η χειραγώγηση είναι ένα υπαρκτό φαινόμενο. Ο Καστοριάδης εμβάθυνε την κριτική του, όταν εξήγησε ότι η άνοδος της ασημαντότητας είναι ταυτόχρονα η ανάπτυξη μιας καταστροφής, επειδή είναι η οικοδόμηση ενός συστήματος που βασίζεται σε ασήμαντες αξίες και που δεν μπορεί να λειτουργήσει. Ο καπιταλισμός ήταν δυναμικός όταν ήταν το σύστημα των επιχειρηματιών. Ο χρηματιστικός καπιταλισμός όμως δεν είναι πλέον δυναμικός και βαδίζει προς την καταστροφή, επειδή δεν κατορθώνει να αναπαράγει κανέναν από τους ανθρωπολογικούς τύπους που είναι αναγκαίοι για τη μεταβίβαση της ανθρωπιάς και του πολιτισμού. Ο Καστοριάδης δεν λέει ότι δεν υπάρχει πλέον κουλτούρα, αλλά λέει ότι υπάρχει ένα είδος επίσημου δόγματος σύμφωνα με το οποίο η κουλτούρα δεν θα έχει πλέον χώρο. Ορισμένοι θα μπορούσαν να πουν: «Μα, ο Καστοριάδης είναι αντιδραστικός». Και ακριβώς αυτό, διόλου τυχαία, εξόργιζε πολλά πρόσωπα.

Σχετικά με αυτό το θέμα, μπορούμε πράγματι να μιλήσουμε για χειραφέτηση. Αλλά αν η χειραφέτηση σημαίνει να είμαστε χειραφετημένοι από την αναγκαιότητα να εργαζόμαστε για να μαθαίνουμε τα πράγματα, θα αντιληφθούμε καθαρά την τάση η οποία καταστρέφει εκείνους που ο Καστοριάδης αποκαλεί ανθρωπολογικούς τύπους, οι οποίοι είναι τα ιδεώδη και οι μορφές που πρέπει να μεταβιβάζονται μέσα στον χρόνο. Μπορεί ο Καστοριάδης να υπερβάλλει όταν μιλάει για ασημαντότητα, μπορεί να μην είναι αληθινό το ότι συμβαίνει αυτό. Αυτό που είναι σίγουρα αληθινό είναι ότι όλοι εκείνοι οι οποίοι είναι φορείς της κουλτούρας δεν είναι πλέον τιμώμενα πρόσωπα, με την έννοια που είχε αυτός ο όρος στην ελληνική αρχαιότητα. Το να αποδίδονται τιμές στους τηλεοπτικούς παρουσιαστές δεν είναι το ίδιο πράγμα με το να τιμώνται οι κριτικοί στοχαστές ή οι καλλιτέχνες. Αυτό τον είχε κάνει να αντιδράσει. Νομίζω ότι αυτό είναι που πρέπει να πάρουμε κυρίως υπόψη μας στον Καστοριάδη και όχι τόσο τις σκέψεις του για τη λογοτεχνία. Το να σταθούμε σε αυτές τις τελευταίες μάς εμποδίζει να αντιληφθούμε το σημαντικό ζήτημα: η μεταβίβαση της κουλτούρας δεν σημαίνει άμεση μετάδοση, αλλά προϋποθέτει την αναγκαία πειθαρχία να προσφέρουμε τα πράγματα που καθιστούν δυνατό να ενώνουμε τα πρόσωπα πάνω σε κάτι που θεωρούν ότι αξίζει τον κόπο να το κάνουν να υπάρχει. Ο Καστοριάδης αντέδρασε στο γεγονός της αποδυνάμωσης της αρχής ότι στη ζωή χρειάζεται να μαθαίνουμε τα πάντα και να κάνουμε τα πάντα. Αυτά που θα μας λείψουν είναι τα θεμελιώδη πράγματα, που επιτρέπουν στην κοινωνία να συνεχίζει να υπάρχει.

- Σε ένα άρθρο σας υποστηρίξατε ότι ο Καστοριάδης έφερε μιαν ανανέωση στο πολιτικό και επιστημονικό πεδίο. Μπορείτε να μας εξηγήσετε το γιατί;

- Αυτό που νομίζω είναι ότι ανανέωσε κυρίως την επιστημονική πλευρά. Ο Καστοριάδης είναι τα πάντα εκτός από επιστήμονας. Αυτό που έγραψα στο άρθρο μου είναι ότι η φιλοσοφία, με τον Χάιντεγκερ, θεωρεί ότι η επιστήμη ήδη στερείται σκέψης και ότι από αυτήν δεν υπάρχει πλέον τίποτα που να μπορούμε να μάθουμε. Ιδού γιατί και η φιλοσοφία θα είχε τελειώσει. Αντίθετα, ο Καστοριάδης διεκδικεί τη σημασία τού να κάνουμε φιλοσοφία και να αντιμετωπίζουμε φιλοσοφικά όλα τα ανθρώπινα προβλήματα. Στηριζόμενος στους κλασικούς, θέτει τα προβλήματα μάλλον, αντί να διατυπώνει απλά σχόλια. Υποστηρίζει ότι η φιλοσοφία δεν έχει καθόλου τελειώσει και ότι τα φιλοσοφικά ζητήματα διαπερνούν και την κυριαρχία της επιστήμης. Ο Καστοριάδης διέθετε όλο τον χρόνο που μπορούσε να διαθέσει για να παρακολουθεί τις διαμάχες στη φυσική, τη βιολογία, την πληροφορική και σε διάφορα άλλα επιστημονικά πεδία, αποδεικνύοντας ότι διαθέτει μιαν ασυνήθιστη φιλοσοφική κρίση (ανάλογη με εκείνη που συναντάμε στους φιλοσόφους της επιστήμης).

Υπάρχουν εκείνοι που προσπάθησαν να επιτύχουν συνθέσεις, όπως ο Ενγκάρ Μορέν, αλλά αυτό είναι πολύ διαφορετικό σχέδιο. Ο Καστοριάδης δεν πιστεύει στο τέλος της φιλοσοφίας, επειδή θεωρεί ορθά ότι ένα ελάχιστο ενδιαφέρον για την κατάσταση των επιστημών είναι αναγκαίο. Πίσω από τον τεχνικό μηχανισμό υπάρχει ακόμα η επιστήμη ως έρευνα, με τα θεμελιώδη συναφή προβλήματά της, για παράδειγμα την αιτιότητα, τον ορισμό των πολλαπλών τάξεων, την πολυπλοκότητα.

Επειδή τίθενται ακόμα φιλοσοφικά ερωτήματα σε αυτά τα επιστημονικά πεδία, όποιος θεωρεί ότι η φιλοσοφία έχει τελειώσει είναι από κάθε άποψη φυγόπονος. Οι επιστήμονες θέτουν φιλοσοφικά προβλήματα. Ο Καστοριάδης απευθύνεται στους επιστήμονες εξοπλισμένος με την ελληνική και τη γερμανική φιλοσοφία, για να υποστηρίξει ότι η ίδια η επιστήμη πρέπει να βρει τις ρίζες της στη φιλοσοφία.

Πηγή:ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Δημοσίευση από ENGLEZOS » 20 Σεπ 2008, 02:11

Κρίση πολιτισμού

ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ
Παράθυρο στο χάος
ΜΤΦΡ.: ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΣΕΛΕΝΤΗ
«ΥΨΙΛΟΝ»


«Παράθυρο στο χάος» είναι για τον Καστοριάδη η τέχνη, η σπουδαία καλλιτεχνική δημιουργία. Το σημαντικό έργο τέχνης αποκαλύπτει το χάος, με την έννοια ότι κλονίζει τα κατεστημένα νοήματα και διαρρηγνύει τις προφανείς αλήθειες πάνω στις οποίες στηρίζεται η φαινομενική ομαλότητα της καθημερινής μας ζωής. Στις κορυφαίες στιγμές της η τέχνη ξεσκεπάζει το χάος δίνοντάς του μια μορφή.

Αυτή η «μορφοποίηση» του χάους είναι ταυτόχρονα και δημιουργία ενός κόσμου μέσα στο χάος. Εμείς οι άνθρωποι, λέει ο Καστοριάδης, ζούμε στο χείλος μιας διπλής αβύσσου. Από τη μια μεριά είναι η άβυσσος που υπάρχει εντός μας, η άβυσσος που είμαστε εμείς οι ίδιοι, και από την άλλη είναι το χάος που ενεδρεύει πίσω από τα εύθραυστα φαινόμενα, πίσω από τον οργανωμένο κόσμο εντός του οποίου ζούμε. Η ανθρωπότητα προσπάθησε να αντιμετωπίσει το χάος με τους κοινωνικούς θεσμούς και κυρίως με τη θρησκεία, που θέλει να κρύψει την άβυσσο, να παρηγορήσει ή να διδάξει τους ανθρώπους. Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, ο μεγάλος δημιουργός, ο ποιητής, ο καλλιτέχνης, ο φιλόσοφος, αποκαλύπτει το χάος ακριβώς επειδή αμφισβητεί την κατεστημένη θέσμιση της κοινωνίας. Η σημαντική τέχνη αποκαλύπτει στους ανθρώπους ότι ζουν πάνω στην άβυσσο. Διασαλεύει έτσι τις θεσμισμένες βεβαιότητες που συγκαλύπτουν το χάος και προσφέρουν παρηγοριά με ψεύτικες υποσχέσεις και μάταιες ελπίδες.

Το ζήτημα της τέχνης και της πολιτισμικής δημιουργίας είναι το κόκκινο νήμα που συνδέει τα ετερογενή κείμενα της περιόδου 1979-1992, τα οποία συνθέτουν το βιβλίο «Παράθυρο στο χάος». Ο Καστοριάδης διαπιστώνει μια δραματική συρρίκνωση της δημιουργικότητας στον σύγχρονο κόσμο. Ο δυτικός πολιτισμός έχει πάψει να παράγει σημαντικά έργα ικανά να κερδίσουν τη μάχη με τον χρόνο. «Υπάρχουν όλο και λιγότερα έργα και όλο και περισσότερα προϊόντα όχι για να διαρκέσουν αλλά για να μη διαρκέσουν».

Ο στοχασμός χάνει τη δημιουργική του δύναμη και υποβαθμίζεται όλο και περισσότερο σε ερμηνεία, που τείνει με τη σειρά της να μετατραπεί σε σχόλιο και σε σχολιασμό του σχολίου. Η κριτική λειτουργία εκφυλίζεται σε απλή προώθηση πωλήσεων. Αυτή η «προωθητική» κριτική εξυμνεί τα ψευτοπροϊόντα της μόδας και ακολουθεί πιστά τα κριτήρια και τις προτιμήσεις της κοινής γνώμης. Το «καινούργιο» στην τέχνη αναγορεύεται σε αυτοσκοπό και η καινοτομία, που ταυτίζεται συνήθως με τις παραβάσεις μερικών ακαδημαϊκών κανόνων, αποκτά αυταξία και επιδιώκεται πάση θυσία. Η σύγχρονη κουλτούρα εμφανίζεται ανίκανη να διατηρήσει μιαν ουσιαστική σχέση τόσο με τη ζωντανή μνήμη του παρελθόντος όσο και με το πρόταγμα για ένα καλύτερο μέλλον. «Το σύνολο του σύγχρονου πολιτισμού -γράφει χαρακτηριστικά ο Καστοριάδης- είναι διχασμένο ανάμεσα, αφενός σε μια επανάληψη, που δεν μπορούσε να είναι παρά ακαδημαϊκή και άδεια, εφόσον είναι ξεκομμένη από αυτό το οποίο άλλοτε εξασφάλιζε τη συνέχιση μιας ζωντανής παράδοσης... και αφετέρου σε μια ψευτοκαινοτομία πιστή αντανάκλαση της κατάρρευσης των κληρονομημένων ουσιαστικών αξιών».

Ο Καστοριάδης συσχετίζει την κρίση της πολιτισμικής δημιουργίας με την αποσύνθεση των αξιών στη σύγχρονη δυτική κοινωνία. Και θέτει το κρίσιμο ερώτημα: «Μπορεί να υπάρξει δημιουργία έργων σε μια κοινωνία που δεν πιστεύει σε τίποτα;»

Ολα τα μεγάλα έργα που μας κληροδοτεί το παρελθόν δημιουργήθηκαν μέσα από μια γόνιμη σχέση με «θετικές» αξίες. Προϋπέθεταν επίσης μιαν ουσιαστική σχέση του δημιουργού τους με κάποιο κοινό. «Η ιδιοφυΐα του Αισχύλου και του Σοφοκλή είναι αδιαχώριστες από την ιδιοφυΐα του αθηναϊκού δήμου». Οταν η λειτουργία του κοινωνικού συστήματος υποτάσσεται στη φαντασιακή σημασία της απεριόριστης εξάπλωσης της «ορθολογικής» κυριαρχίας, όταν το πράττειν των ατόμων αποβλέπει κυρίως στην ανταγωνιστική μεγιστοποίηση της κατανάλωσης ή την απόκτηση δύναμης και γοήτρου, τότε η πολιτισμική δημιουργία παρακμάζει ή πεθαίνει.

Το ζήτημα της τέχνης και του πολιτισμού συνδέεται, επομένως, από τον Καστοριάδη με το πολιτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες.

Το αίτημα για μιαν ανανέωση της πολιτισμικής δημιουργίας συγκλίνει τελικά με τον στόχο της εγκαθίδρυσης μιας καινούργιας αυτόνομης κοινωνίας, στον βαθμό που προϋποθέτει μια ριζική μεταβολή των αξιών που προσανατολίζουν το κοινωνικό πράττειν και τη συνακόλουθη βαθιά μεταμόρφωση των ψυχικών και νοητικών δομών των ατομικών υποκειμένων.

Δημοσίευση από ENGLEZOS » 20 Σεπ 2008, 02:06

Μια φιλοσοφία της ελευθερίας και της δημιουργίας

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΧΟΥΝΤΑΣΗ

ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΤΑΣΗΣ
Καστοριάδης Μια φιλοσοφία της αυτονομίας
ΠΡΟΛΟΓΟΣ: FRIEDER ΟΤΤΟ WOLF
«ΕΥΡΑΣΙΑ»

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης -όπως όλοι μας εξάλλου- ήταν ένας άνθρωπος της εποχής του. Αυτό σημαίνει ότι ο λόγος και οι πράξεις του ερμηνεύονται μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο. Η ιδιαιτερότητα του Καστοριάδη έγκειται στο γεγονός ότι το έργο του μέσα από την πολυεδρικότητα και τη διεπιστημονικότητά του έχει καταφέρει να είναι καθολικό. Σωστά ο Θεοφάνης Τάσης υπογραμμίζει αυτές τις δύο πτυχές στη σκέψη του Καστοριάδη, δηλαδή την τοποθέτησή της μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά πλαίσια, αλλά από ένα σημείο και έπειτα την αναγωγή της πέρα από αυτά: δεν αγνοεί τις κοινωνικο-ιστορικές συνθήκες, μέσα στις οποίες τέθηκαν τα ερωτήματα και διατυπώθηκαν οι απαντήσεις του Καστοριάδη, και ταυτόχρονα τονίζει με τρόπο «αυτόνομο» και απαλλαγμένο από το βάρος μιας ιστορικής εποχής τους πυλώνες της καστοριαδικής σκέψης, δηλαδή τις έννοιες της αυτονομίας, του ριζικού φαντασιακού και της δημιουργίας. Οι έννοιες αυτές δεν αναφέρονται μόνο στο χρονικό διάστημα της δραστηριοποίησης του Καστοριάδη, αλλά επεκτείνονται πέρα από αυτόν τον στενό χωρο-χρονικό ορίζοντα και αποκτούν αξιακό χαρακτήρα. Εξάλλου, η σχέση του συγκεκριμένου και του αφαιρετικού είναι άρρηκτη και αμφίδρομη: από τη μια, η κατανόηση του συγκεκριμένου απαιτεί τη γενίκευση και την ανίχνευση ευρύτερων νοημάτων· από την άλλη, η δημιουργία των οικουμενικών νοημάτων μπορεί να οδηγεί σε υπέρβαση του επιμέρους.

Αναμφισβήτητα, το έργο του Καστοριάδη είναι ιδιαίτερο, καθώς α) δημιουργήθηκε μέσα από πολλές και διαφορετικές πολιτικές και φιλοσοφικές διαμάχες, όπως ενδεικτικά ήταν οι ρήξεις του με το κομμουνιστικό κόμμα, το τροτσκιστικό κόμμα, την ομάδα του Lacan, τον Sartre και β) καταφέρνει να κινείται με χαρακτηριστική ευκολία ανάμεσα σε ποικίλα γνωστικά πεδία, δηλαδή σε οριοθετημένους -για τους περισσότερους ακαδημαϊκούς- επιστημονικούς κλάδους, όπως η φιλοσοφία, η πολιτική, η ψυχανάλυση, η οικονομία, η ανθρωπολογία, η φυσική, η βιολογία, η γλωσσολογία, η κοινωνιολογία. Αυτή η ιδιαιτερότητα, όμως, δεν εμποδίζει την κριτική διερεύνηση και τη θεωρητική αποτίμηση, την οποία επιχειρεί ο Τάσης, καταφέρνοντας να εντοπίσει τον πυρήνα της καστοριαδικής σκέψης, τον ιστό που συνέχει το -φαινομενικά τελικά- ετερόκλητο έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη.

Ηδη από το 1943, που εντάχθηκε στην τροτσκιστική ομάδα του Αγη Στίνα, αλλά κυρίως από τον Δεκέμβριο του 1944, που ο βρετανικός στρατός άνοιξε πυρ ενάντια σε διαδηλωτές στο κέντρο της Αθήνας, και από το 1946, που διέκοψε κάθε σχέση με τους Γάλλους τροτσκιστές και ίδρυσε την ομάδα και το περιοδικό Socialisme ou Barbarie (Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα) στο Παρίσι, ο Καστοριάδης επέμενε ότι στόχος των κομμουνιστικών κομμάτων δεν ήταν η επαναστατική δημιουργία μιας αταξικής κοινωνίας, αλλά η εγκαθίδρυση μιας κομματικής δικτατορίας. Η σφοδρή κριτική του καθεστώτος της Ρωσίας και των δυτικών φιλελεύθερων καθεστώτων και ο χαρακτηρισμός τους ως δύο εκφάνσεων του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, επανέρχονται συνέχεια στο έργο του και αναδεικνύονται από τα έντονα βιώματα του Καστοριάδη αυτή την εποχή. Υποστηρίζει τη δημιουργικότητα των εργατών μέσα στην εργασιακή τους καθημερινότητα και θεωρεί την πάλη τους για την οργάνωση της εργασίας τους όχι μόνον εφικτή αλλά και αναγκαία. Τα γεγονότα της Ουγγρικής Επανάστασης το 1956 και η άνοδος του στρατηγού de Gaulle το 1958 δίνουν την ευκαιρία στον Καστοριάδη να αναγνωρίσει ότι η προέλευση της γραφειοκρατίας είναι πρωτίστως ένας πολιτικός μηχανισμός που απομακρύνει τους πολίτες από την άμεση πολιτική συμμετοχή και ότι η διαίρεση της κοινωνίας δεν στηρίζεται μόνο σε οικονομικούς παράγοντες, αλλά σε σχέσεις εξουσίας.

Η επανεξέταση της φροϋδικής θεωρίας από το 1965 έως το 1971, το γεγονός ότι από το 1974 ο Καστοριάδης εργάζεται ως ψυχαναλυτής και η ρήξη του με την ομάδα του Lacan υπήρξαν καθοριστικά για την ανακάλυψη του ριζικού φαντασιακού. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν ρου πρωταρχικών παραστάσεων, οι οποίες αναδύονται εκ του μηδενός από την ίδια την ψυχή. Αυτός ο ακοινωνικός πυρήνας της ψυχής αναγκάζεται να εκκοινωνιστεί, προκειμένου να επιζήσει. Για τον Καστοριάδη, ο εκκοινωνισμός αποτελεί ουσιαστικά τη διαδικασία ψυχογένεσης και κοινωνιογένεσης, που καταλήγει στη δημιουργία του κοινωνικού ατόμου. Η ψυχή μετουσιώνει τους κοινωνικούς θεσμούς· πιο συγκεκριμένα, το βρέφος μετουσιώνει μέσα από την επαφή του με τη μητέρα τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες. Επομένως, το άτομο αναγκάζεται να αντικαταστήσει τα «χωρίς» επένδυση αντικείμενα με αντικείμενα που υπάρχουν μέσα στην κοινωνική τους θέσμιση. Εφόσον το υποκείμενο θεωρείται δημιουργία και θεσμός της κοινωνίας, τότε το ατομικό συνδέεται αναπόσπαστα με το κοινωνικό. Αναγνωρίζεται δηλαδή ότι τόσο η ψυχή όσο και το κοινωνικο-ιστορικό αποτελούν εκδηλώσεις του ριζικού φαντασιακού. Οπως η ψυχή είναι ένας ιδιόκοσμος αποτελούμενος από το μάγμα δικών της σημασιών, έτσι και η κοινωνία είναι ένας ιδιόκοσμος αποτελούμενος από το μάγμα των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, που ενσαρκώνουν οι θεσμοί της. Στο έργο του Καστοριάδη κάθε κοινωνία αυτοθεσμίζεται θεσμίζοντας το μάγμα των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, που τη συνιστούν, ενώ παράλληλα αναπτύσσει ιδεολογικούς μηχανισμούς, για να συγκαλύπτει αυτή την αυτοθέσμιση. Η ρητή αναγνώριση αυτής της αυτοθέσμισης από την κοινωνία τη χαρακτηρίζει ως αυτόνομη, γεγονός που συνέβη μόνο μία φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, στην περίπτωση της κλασικής Αθήνας και της ανάδειξης της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας, δικαιολογώντας την ελληνική ιδιαιτερότητα.

Από το 1975, που εκδίδεται το σημαντικότερο έργο του Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, και από το 1978, που εκδίδεται ο πρώτος τόμος της σειράς Σταυροδρόμια του λαβυρίνθου, ο Καστοριάδης ασχολείται σε βάθος με τις έννοιες της αυτοθέσμισης και της δημιουργίας. Τόσο η θέσμιση της κοινωνίας όσο και η εκτύλιξη της ιστορίας αποτελούν αυτοδημιουργίες, δηλαδή δημιουργίες εκ του μηδενός, καθώς οδηγούν στην εμφάνιση νέων μορφών. Αυτή ακριβώς η αναγνώριση της αυτοδημιουργίας είναι βαρύνουσας σημασίας, γιατί αποκαλύπτει το ριζικό φαντασιακό· επομένως, οποιαδήποτε άρνηση της παραδοχής της αυτοδημιουργίας από την κληρονομημένη φιλοσοφική σκέψη σημαίνει συγκάλυψη του ριζικού φαντασιακού.

Ο Τάσης αναλύοντας όλα τα παραπάνω και οριοθετώντας -όχι όμως περιορίζοντας- το «μάγμα» της καστοριαδικής σκέψης, όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος, ιχνηλατεί βαθμιαία και τελικά εντοπίζει τον συνεκτικό κρίκο όλων των διατυπώσεων του Καστοριάδη: «το πρόταγμα της αυτονομίας ως δημιουργία του ριζικού φαντασιακού με στόχο την εγκαθίδρυση μιας διαυγασμένης σχέσης με το ασυνείδητο στο επίπεδο του ατόμου και τη ρητή αυτοθέσμιση στο επίπεδο της κοινωνίας». Εν τέλει, η προβληματική του Καστοριάδη περιστρέφεται γύρω από το περιεχόμενο της ανθρώπινης χειραφέτησης και των προϋποθέσεων της ατομικής και συλλογικής ανεξαρτησίας με τρόπο ασυμβίβαστο και ριζοσπαστικό. Ακριβώς αυτή η διάσταση της σκέψης του παραμένει επίκαιρη, ακόμα και μέσα σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία οικονομικού φιλελευθερισμού, που φαίνεται να θεωρεί τις ιδέες της επανάστασης και της χειραφέτησης παρωχημένες. Η αμφισβήτηση του σύγχρονου «αντιπροσωπευτικού» συστήματος, ο μετασχηματισμός που επιτρέπει τον αυτοκαθορισμό του ατόμου και της κοινωνίας και γενικότερα η «δημιουργία των προϋποθέσεων μιας χειραφετικής πολιτικής», όπως αναφέρει ο Frieder Otto Wolf, αποτελούν τον πυρήνα της καστοριαδικής σκέψης και το ζητούμενο στη σύγχρονη εποχή.

Αν και ο συγγραφέας του βιβλίου εκφράζει τις ανησυχίες του για τους περιορισμούς στον αυτοσχεδιασμό, εφόσον κινείται στα πλαίσια της σκέψης ενός άλλου, καταφέρνει να υπερκεράσει το συγκεκριμένο εμπόδιο. Εξάλλου, σύμφωνα με τον Καστοριάδη, «είμαστε έτσι φτιαγμένοι ώστε η κατανόηση και η γνώση να αποτελούν στόχους καθαυτούς, χωρίς την ανάγκη περαιτέρω δικαιολόγησης. Αυτό, όμως, συνυπάρχει με την κατανόηση, που στόχο της έχει τη δράση και την ίδια μας τη μεταμόρφωση. Οριακά, ακόμα και αν στο τέλος της διαδρομής αυτής παραμείνουμε οι ίδιοι, δεν θα είμαστε ακριβώς οι ίδιοι -διότι θα γνωρίζουμε ή έστω θα πιστεύουμε πως γνωρίζουμε γιατί αποφασίσαμε να μείνουμε οι ίδιοι».

Δημοσίευση από ENGLEZOS » 20 Σεπ 2008, 02:05

Το πάθος της αλήθειας και η τόλμη της αναζήτησης

ΤΟΥ ΡΟΖΕ-ΠΟΛ ΝΤΡΟΥΑ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ

Το ακόλουθο κείμενο του Γάλλου φιλοσόφου Ροζέ-Πολ Ντρουά δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Le Monde» στις 14/6/2002 και είναι μια βιβλιοκριτική για το βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη «Sujet et verite dans le monde social-historique. Seminaires 1986-1987. La Creation humain 1» (Seuil, 2002).

Εχουμε σχεδόν ξεχάσει πώς είναι οι φιλόσοφοι. Οι αληθινοί, σπάνιοι και απόμακροι, αυτοί που είναι πέρα από τα συνήθη μέτρα και είναι πάντοτε κατά κάποιον τρόπο ενοχλητικοί.

Εχουμε συνηθίσει τους ιστορικούς των εννοιών, τους καθηγητές, τους ειδήμονες - ανθρώπους σεβαστούς και χρήσιμους αναμφίβολα. Παραμένουν, ωστόσο, πολύ μακρινοί από αυτά τα ιερά τέρατα που μας δίνουν με μεγάλη τσιγκουνιά οι αιώνες. Χρειάζεται πράγματι μια έφεση προς την υπέρβαση, μια χειμαρρώδης αγάπη για την υπερβολή, για να αναμετρηθεί κανείς, όπως το κάνουν οι φιλόσοφοι, με την ολότητα του επιστητού. Να αναμετριέται κανείς με τις επιστήμες καθώς και με την ιστορία, με τη μεταφυσική αλλά και με την οικονομία, με τη διαμόρφωση του ψυχισμού αλλά και με εκείνη της πολιτικής, να αναρωτιέται πώς συνδέονται τόσο πολλά, τόσο διαφορετικά και τόσο ευμετάβλητα δεδομένα -τι ασύλληπτο εγχείρημα! Πολύ ιδιαίτερες μορφές όρεξης, θάρρους αλλά και παραλόγου είναι αναγκαίες προκειμένου να αναδυθούν παρόμοιοι παράξενοι τύποι.

Σε καιρούς όπως οι δικοί μας, συχνά συνετούς και μετριοπαθείς, οι ειδικοί για το μικρότερο χορταράκι υψώνουν τριγύρω του φράχτες. Το να ονειρεύεται κανείς ότι θα τα αγκαλιάσει όλα τους κάνει να σηκώνουν αδιάφορα τους ώμους τους. Αυτοί οι ειδικοί είναι πεπεισμένοι: κανείς πλέον, με εξαίρεση μερικούς έγκλειστους σε ψυχιατρεία, δεν σχεδιάζει μια παρόμοια περιπέτεια. Προφανώς κάνουν λάθος. Οπως, ευτυχώς, κάνουν λάθος εκείνοι που αναγγέλλουν το τέλος της φιλοσοφίας ή την περίφραξή της. Υπάρχουν ακόμα στην «ποταπή εποχή» μας και το πάθος της αλήθειας και η τόλμη να την αναζητάει κανείς παντού, μόνος, στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις.

Για να πειστούμε γι" αυτό, ας διαβάσουμε και ας ξαναδιαβάσουμε τον Κορνήλιο Καστοριάδη.

Εναν άνθρωπο που ήταν σχετικά διακριτικός, όταν ζούσε. Ο οποίος προτιμούσε να έχει δίκιο στη σκιά παρά να λαθεύει στο φως. Και ήταν πεπεισμένος ότι άξιζε περισσότερο να επηρεάζει την ιστορία με μιαν εργασία βάθους, παρά με πολλές εντυπωσιακές χειρονομίες. Χάρη σε αυτή την εργασία βάθους, ο Καστοριάδης βρέθηκε πάντοτε εκεί όπου έπρεπε, χωρίς να έχει πολύ κόσμο γύρω του. Ηταν ακριβώς 19 ετών, στην Ελλάδα, όταν εντάχθηκε το 1941 στην Αντίσταση. Το 1945, το «Ματαρόα», το φημισμένο καράβι, τον έφερε στη Γαλλία μαζί με κάποιους άλλους Ελληνες νέους διανοούμενους, που θα γίνουν γνωστοί με διαφορετικούς τρόπους: τον Κώστα Παπαϊωάννου, τον Κώστα Αξελό, τη Μιμίκα Κρανάκη. Στη συνέχεια ζει μια διπλή ζωή: οικονομολόγος στον ΟΟΣΑ τη μέρα, είναι το βράδυ, με τα ψευδώνυμα Σολιέ ή Καρντάν, ο στυλοβάτης της ομάδας «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», που ίδρυσε μαζί με τον Κλοντ Λεφόρ. Η περιοδική επιθεώρησή τους εκδίδεται από το 1948 ώς το 1966. Το να είσαι εκεί που πρέπει και εκεί όπου δεν υπάρχει πολύς κόσμος σημαίνει αυτή τη φορά να καταγγέλλεις τόσο τον δυτικό καπιταλισμό όσο και τη σοβιετική γραφειοκρατία, να έχεις αντιληφθεί ότι αυτή η γραφειοκρατία είναι μια νέα ηγετική τάξη και όχι μια τυχαία παραμόρφωση της Ιστορίας. Θα έρθουν έπειτα για τον Καστοριάδη ο καιρός της ψυχανάλυσης, που την ασκεί από το 1973, και εκείνος της φιλοσοφίας, με τη νέα κριτική ανάγνωση του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, που επεδίωξε μετά το 1980 στην Ecole des hautes etudes en sciences sociales.

Αυτά τα σχηματικά σημεία αναφοράς δεν φανερώνουν το εύρος του στοχασμού του. Ο Πιερ Βιντάλ-Νακέ θύμιζε, τη στιγμή του ενταφιασμού του Καστοριάδη, το 1997: «Οι φίλοι του δίσταζαν όταν ήθελαν να τον χαρακτηρίσουν, μεταξύ των μεγάλων μορφών της Αναγέννησης, όπως ο Πίκο ντε λα Μιράντολα, των εγκυκλοπαιδιστών, όπως ο Ντιντερό, ή των συγγραφέων των συνθέσεων του 19ου αιώνα, όπως ο Χέγκελ ή ο Μαρξ». Θα νομίσει, βέβαια, κανείς ότι αυτά τα λένε οι φίλοι του και ότι αποτελούν μέρος της επικήδειας υπερβολής. Για να δούμε. Η ανάγνωση του πρώτου τόμου των μέχρι τώρα ανέκδοτων σεμιναρίων του Καστοριάδη, που εκδόθηκαν από τον εκδοτικό οίκο Seuil, μας παρακινεί να σκεφτούμε ότι αυτές οι συγκρίσεις, που είναι πάντα παρακινδυνευμένες, ίσως να μην είναι τόσο υπερβολικές όσο φαίνονται.

Αυτό το βιβλίο μάς βοηθάει πράγματι να δούμε την καταπληκτική ζωντάνια της σκέψης του Καστοριάδη, που χρωματίζεται πάντα από ένα μείγμα ειρωνείας και αυστηρότητας και χρησιμοποιεί τα πιο συγκεκριμένα και τα πιο επίκαιρα παραδείγματα, χωρίς ποτέ να ξεχνάει το εύρος και την ιδιαιτερότητα της φιλοσοφικής εργασίας. Ο στοχασμός που ανέπτυσσε στα χρόνια 1986-1987 τοποθετείται στην καρδιά της θεωρητικής του συνεισφοράς: την κατανόηση του δημιουργικού ρόλου του ανθρώπινου φαντασιακού. Καμιά κοινωνία δεν δημιουργεί τις φάσεις της σελήνης, τη βιολογική αναγκαιότητα της διατροφής ή της αναπαραγωγής του ανθρώπινου είδους. Αλλά κάθε κοινωνία θα εγκαθιδρύσει, με αφετηρία το τίποτα, με μια ριζική δημιουργική χειρονομία, τα νοήματα και τις πιθανές χρήσεις του σεληνιακού μήνα, τις διατροφικές τελετουργίες και απαγορεύσεις, τους κανόνες που ρυθμίζουν τη σεξουαλικότητα. Αυτό το ίδιο το δημιουργικό φαντασιακό, στα μάτια του Καστοριάδη, δεν καθορίζεται από τίποτα, ούτε από προεγκαθιδρυμένες δομές ούτε από δεσμευτικούς αιτιοκρατικούς καθορισμούς κάποιου είδους. Τη δύναμή του την επιβεβαιώνουν η διαφορετικότητα των ανθρώπινων πολιτισμών, ο απροσδιόριστος και μερικές φορές χαοτικός πολλαπλασιασμός τους.

Γι" άλλη μια φορά αρμόζει να διακρίνουμε δύο τύπους κοινωνιών. Αυτές του πρώτου τύπου είναι «ετερόνομες». Αυτές αποδίδουν τις δημιουργίες τους σε μιαν εξωτερική αρχή - στους θεούς, τους προγόνους ή την παράδοση. Υποτάσσονται επομένως σε νοήματα ή σε κανόνες που υποτίθεται ότι έχουν εγκαθιδρυθεί από τα έξω, ανεξάρτητα από την ανθρώπινη απόφαση. Οι κοινωνίες του δεύτερου τύπου είναι «αυτόνομες». Αυτές αναγνωρίζουν ότι δίνουν οι ίδιες στους εαυτούς τους τους νόμους τους. Γνωρίζουν ότι αυτές θεσπίζουν κυρίαρχα τους κανόνες τους, χωρίς να τους δέχονται από κάποιο θεό. Ερευνώντας τη γέννηση αυτής της αυτονομίας στους αρχαίους Ελληνες, ο Καστοριάδης καταδεικνύει κυρίως το πώς φιλοσοφία και δημοκρατία προέρχονται από έναν κοινό ορίζοντα. Η θέληση των φιλοσόφων για γνώση δεν σέβεται πράγματι καμιάν αυθεντία, δεν υποτάσσεται σε καμιάν άλλη εξουσία εκτός από εκείνη της ορθολογικής επιχειρηματολογίας και απόδειξης. Η δημοκρατία από τη μεριά της προϋποθέτει άτομα ικανά να θέτουν υπό αμφισβήτηση, ατομικά και συλλογικά, τον νόμο της δικής τους ύπαρξης. «Ενας από τους δυνατούς ορισμούς της δημοκρατίας είναι ο στοχασμός της κοινωνίας πάνω στον νόμο της», υπογραμμίζει ο Καστοριάδης. Δεν θα έπρεπε επομένως να μιλάμε για μιαν απλή σύγκλιση ή σύμπτωση της φιλοσοφίας και της δημοκρατίας, αλλά για μια θεμελιώδη αλληλεξάρτηση.

Αυτά τα θέματα αναπτύσσονται από τον φιλόσοφο στο πλαίσιο ενός ευρύτερου στοχασμού για τη συγκρότηση του υποκειμένου, τον ρόλο του φαντασιακού και της οντολογικής δημιουργίας, τη λειτουργία του ανθρώπινου ψυχισμού. Οι αναγνώστες των προηγούμενων έργων του Καστοριάδη, από τη «Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» (1975) ώς τα «Σταυροδρόμια του λαβύρινθου» (έξι τόμοι που εκδόθηκαν από το 1978 ώς το 1999), θα ξαναβρούν προφανώς οικεία σημεία αναφοράς. Αλλά αυτά αποσαφηνίζονται εδώ διαφορετικά, καθώς προσεγγίζονται από την προφορική διδασκαλία με μιαν ιδιαίτερη ελευθερία και απλότητα. Εντυπωσιάζεται, τέλος, κανείς όταν διαπιστώνει την επικαιρότητα αυτών των μαθημάτων, που έγιναν πριν από 15 χρόνια. Ο Καστοριάδης γι" άλλη μια φορά ευστοχεί όταν μιλάει για την κρίση των ηγετικών στρωμάτων, την ηθική τους χρεοκοπία ή για την παρούσα παρακμή του κοινωνικού φαντασιακού, το οποίο αποσύρεται μάλλον από τον κόσμο παρά επενδύει σε αυτόν. Δώδεκα τόμοι πρόκειται να εκδοθούν μετά τον θάνατό του. Είναι μια ευκαιρία. Μια μοναδική ευκαιρία κυρίως να αντιληφθούμε το μέγεθος αυτού που είναι ένας φιλόσοφος. Ενας μεγάλος, σε κατάσταση δημιουργικής παραφοράς.

Δημοσίευση από ENGLEZOS » 20 Σεπ 2008, 02:05

Δημοκρατία, αυτονομία, ενδεχομενικότητα

ΤΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΣΕΦΕΡΙΑΔΗ*

Ευχαριστώ για την εξαιρετικά τιμητική πρόσκληση, καθώς και για την ευκαιρία που μου δίνετε να συμβάλω -στο μέτρο των δυνατοτήτων μου- στο μεγάλο εγχείρημα της καταγραφής, αποτίμησης και αξιοποίησης του έργου του Κ. Καστοριάδη. Γνωρίζετε βέβαια πολύ καλά -και όλοι όσοι έχουν, έστω και στοιχειωδώς, ασχοληθεί με το έργο τού μεγάλου διανοητή το γνωρίζουν- ότι ο Καστοριάδης υπήρξε και εξακολουθεί ώς τις μέρες μας να αποτελεί εμβληματική μορφή αυτού που αποκαλούμε εργάτης του πνεύματος ενάντια στο ρεύμα, με έργο πυκνό και τεράστιο -ως εκ τούτου ακόμη αναφομοίωτο και ρηξικέλευθο. Η πρόκληση της πρόσληψης αυτού του έργου αποτελεί συνεπώς εγχείρημα σύνθετο, πολύπλευρο αλλά και εξόχως γοητευτικό.

Είναι, επίσης, γνωστό πως ο Καστοριάδης επέστρεφε διαρκώς στα κείμενα της κλασικής γραμματείας (στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη), έτοιμος πάντα να τα ατενίσει από νέες γωνίες: να διακριβώσει νέες διαστάσεις· να προβεί σε νέες ερμηνείες, υπό το φως των σύγχρονων προβλημάτων. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να προτάξω στα σχόλιά μου μια παραίνεση προς το κοινό μας, τόσο προς όσους ευγενικά βρίσκονται απόψε μαζί μας στο φιλόξενο Γαλλικό Ινστιτούτο, όσο και γενικότερα προς όλους εκείνους που, ενώ ενδιαφέρονται για τον Καστοριάδη, δεν είναι δυνατόν να παρίστανται. Απευθυνόμενος στο μεγάλο αυτό κοινό, θέλω απλώς να τους προτρέψω να διερευνήσουν ιδία διανοία και ιδίοις όμμασι το πλούσιο καστοριαδικό έργο. Παρακάμψτε, λοιπόν, κυρίες και κύριοι, τους ειδικούς και τις -συχνά αυτόκλητες- αυθεντίες και συνάψετε με αυτό το τόσο πλούσιο έργο τη δική σας προσωπική σχέση. Πρόκειται για διεργασία απαραίτητη και αναντικατάστατη. Επαναλαμβάνω πως είναι αυτό ακριβώς που έκανε και ο Καστοριάδης μελετώντας τους κλασικούς.

Θα ήθελα λοιπόν ό,τι πω να γίνει αντιληπτό σε ένα τέτοιο πνεύμα: ως βιωματική ανάγνωση που όμως προτρέπει σε περαιτέρω αναγνώσεις· ως μια ερμηνεία που για να ολοκληρωθεί προσδοκά την αυθεντικότητα της οπτικής των αποδεκτών της.

Τι μας κληροδοτεί λοιπόν ο Καστοριάδης;

Διανοητής και κοινωνικός οραματιστής, άνθρωπος του Λόγου αλλά και του Εργου, ο Καστοριάδης επιδίωξε και επέτυχε όσο λίγοι άλλοι τη σύζευξη κοινωνικής-πολιτικής θεωρίας και ψυχανάλυσης. Είναι το σημείο από το οποίο θέλω να ξεκινήσω, τονίζοντας πόσο σημαίνον επίτευγμα είναι αυτό: μια εξακολουθητικά ζωντανή και επίκαιρη παρακαταθήκη, την οποία πολλοί (και συχνά) στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες αναγνωρίζουμε, όμως είναι αμφίβολο αν έχουμε εμπεδώσει ή είμαστε ακόμη σε θέση να χρησιμοποιήσουμε πλήρως και δημιουργικά.

Για τον Καστοριάδη, το κομβικό όραμα της κοινωνικής αυτονομίας (στο οποίο θα επιστρέψω αργότερα) βρίσκεται σε διαρκή και αμφίδρομη σχέση με την ατομική. Η μία αποτελεί προϋπόθεση της άλλης. Βρίσκω πως εδώ υπάρχει αντιστοιχία με το διαχρονικό όραμα μιας πραξιακά γειωμένης αλλά και ηθικά ενσυνείδητης κοινωνικής επιστήμης. Πρόκειται, ακριβώς, για το εμβληματικό όραμα του Διαφωτισμού: για τη δυνατότητα της έλλογης παρέμβασης στο ανθρώπινο περιβάλλον / φυσικό και κοινωνικό. Ομως η υλοποίηση αυτού του οράματος υπήρξε (και εξακολουθεί να είναι) ιδιαίτερα δύσκολη. Αποψή μου είναι πως πρόκειται για πρόβλημα ελλιπών θεωρητικών και εννοιολογικών μετασχηματισμών: μιας αδυναμίας κατανόησης του πραγματικού επιχειρησιακού πεδίου των εννοιών -που είναι βέβαια συνάρτηση και του θεωρητικού τους υπόβαθρου. Ως μια από τις πλέον (αν όχι η πλέον) εξέχουσα διεπιστημονική μορφή της εποχής μας, ένας διανοητής που κατάφερνε να κινείται με εξαιρετική άνεση όχι μόνο στη θεωρία και την ψυχανάλυση, αλλά εξίσου διεισδυτικά στη Βιολογία, στη Φυσική και στα Μαθηματικά, ο Καστοριάδης έχει στον τομέα αυτό πολλά -πάρα πολλά- να μας διδάξει.

Και για να γίνει καλύτερα κατανοητό αυτό που εννοώ, επιτρέψτε μου μια μικρή παρέκβαση από το γνωστικό αντικείμενο στο οποίο κυρίως θητεύω, τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα -ένας κλάδος που χάρη και στις προεκτάσεις του γενικού έργου του Καστοριάδη, σήμερα βρίσκεται στο επίκεντρο της σύγχρονης πολιτικής κοινωνιολογίας. Μια από τις βασικές αντινομίες που αντιμετωπίζουμε στο πλαίσιο αυτής της μελέτης είναι η σχέση υποκειμένου και αντικειμένου της γνώσης. Είναι γνωστή βέβαια η περίφημη 11η θέση του Μαρξ, η άποψη ότι καθήκον των φιλοσόφων δεν είναι, απλώς, να ερμηνεύουν τον κόσμο, αλλά και να τον αλλάζουν. Και αν ακόμη την αποδεχτούμε όμως, όπως πιστεύω πως πρέπει, το ερώτημα παραμένει: πώς μελετούμε τα κινήματα; στο σπουδαστήριο ή στο οδόφραγμα;

Είναι πολύ εύκολο και γοητευτικό -κυρίες και κύριοι- να δηλώνει κανείς «επαναστάτης διανοούμενος»: όμως τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Το ερώτημα δεν είναι κατά καμία έννοια ρητορικό, καθώς αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι ένα φαιδρό μίγμα (που όμως -στο πλαίσιο της γενικότερης πενίας που χαρακτηρίζει την πολιτική και κοινωνική μας καθημερινότητα- γίνεται ταυτοχρόνως και τραγικό): μια κατάσταση πραγμάτων όπου αφενός διανοούμενοι παρεμβαίνουν στην πολιτική απλώς ως διανοούμενοι (: χωρίς πολιτική προετοιμασία και χωρίς να έχουν μετασχηματίσει τη θεωρητική γνώση σε αρχές πρακτικής πολιτικής)· και αφετέρου το ακριβώς αντίστροφο: όπου άνθρωποι της πρακτικής πολιτικής -χωρίς να έχουν εντρυφήσει στις πολλές προϋποθέσεις του επιστημονικού λόγου- καταχρώνται της δημοσιότητας που τους περιβάλλει για να αναγορευτούν «σχολιαστές» και «αναλυτές» της πραγματικότητας. Πρόκειται για εξέλιξη στον ακριβή αντίποδα της 11ης θέσης: Οχι πραξιακά γειωμένη επιστήμη, αλλά πολιτική που είναι κακή επιστήμη και επιστήμη που είναι κακή -φοβάμαι πολύ κακή- πολιτική.

Θεωρώ ότι μία από τις βασικές συνεισφορές του Καστοριάδη έγκειται στην κατανόηση -και στη δημιουργία προϋποθέσεων για άρση και αντιστροφή- αυτής ακριβώς της γνωστικά ζοφερής πραγματικότητας. Με ποιον τρόπο; Μα, ακριβώς, αναδεικνύοντας έμπρακτα την ανάγκη των απαραίτητων θεωρητικών και εννοιολογικών μετασχηματισμών, προκειμένου να προωθηθεί ο ηθικός στόχος της κοινωνικής και προσωπικής αυτονομίας.

Οι μετασχηματισμοί στους οποίους αναφέρομαι, όμως, προϋποθέτουν επάρκεια σε αμφότερους τους χώρους, σε αμφότερα τα γνωστικά πεδία: τόσο στο κοινωνικό/κοινωνιολογικό όσο και στο προσωπικό/ψυχαναλυτικό. Κομβικό ρόλο στη διαδικασία αυτή διαδραματίζει, κατά τη γνώμη μου, η έννοια του «φαντασιακού» -μια έννοια που συνδέει και συνθέτει θεωρητικά ευρήματα και ενοράσεις από αμφότερους τους χώρους- τόσο της κοινωνικής θεωρίας όσο και της ψυχανάλυσης. Η φαντασιακή θέσμιση του κοινωνικού χώρου -αυτός ο γνωστικά αυτόνομος τόπος- έχει προεκτάσεις τόσο για τους κοινωνικούς επιστήμονες όσο και για τους πολιτικούς δρώντες. Η πλέον βασική ανάμεσά τους έγκειται στην αναγνώριση της ιστορικής ενδεχομενικότητας -του γεγονότος ότι η ανθρώπινη Ιστορία και οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν υπόκεινται σε σιδηρούς και αδήριτους νόμους που επενεργούν εξωτερικά, αλλά είναι προϊόντα ανθρώπινης δημιουργίας. Η απερίφραστη απόρριψη από τον Καστοριάδη της άποψης ότι η Ιστορία έχει προδιαγεγραμμένο τέλος ή ότι τα συλλογικά υποκείμενα συγκροτούν αμετάβλητες ουσιολογίες, που απορρέουν μηχανιστικά από το υλικό περιβάλλον, ξένισε -όταν πρωτοδιατυπώθηκε- πολλούς «ορθόδοξους» μαρξιστές, όμως σε αυτήν ακριβώς την απόρριψη (που αναδεικνύει την τεράστια δύναμη της ανθρώπινης παρέμβασης καθώς και τον ρόλο της ενεργού πολιτικής) εδρεύει σήμερα η ελπίδα ότι, σε πείσμα της νεοφιλελεύθερης κατίσχυσης, εξακολουθούν να υφίστανται προϋποθέσεις για ριζική κοινωνική αλλαγή. Η διαπίστωση ότι οι διάφορες δομές (οικονομικές, πολιτικές, πολιτισμικές) δεν διαμορφώνουν υδατοστεγώς (και δεν προδικάζουν νομοτελειακά) την εξέλιξη κοινωνιών και συλλογικοτήτων, ότι ο τομέας αυτός είναι τομέας περισσότερο ελευθερίας παρά αναγκαιότητας, είναι αυτή ακριβώς που σήμερα διατηρεί ζωντανή την ελπίδα της δημοκρατικής εμβάθυνσης.

Η κριτική στην ιστορική τελεολογία είχε στην περίπτωση του Καστοριάδη ιδιαίτερο βάθος και εύρος -ήδη από τα χρόνια του Socialisme ou Barbarie, του ισχυρότατου αυτού κύκλου που τόσο επηρέασε και διαμόρφωσε ρεύματα σκέψης, κριτικής και δράσης. Είναι γνωστός άλλωστε ο ρόλος που οι ιδέες του Socialisme ou Barbarie άσκησαν στην υφή του Γαλλικού Μάη, που φέτος συμπληρώνει 40ετία. Στην πράξη, πήρε τη μορφή μιας κριτικής της γραφειοκρατίας, που, όπως είπα, ήταν για τον Καστοριάδη κάτι πολύ βαθύτερο. Στην προέκταση της κριτικής βρίσκει κανείς τους στόχους της ανθρώπινης χειραφέτησης, που προκρίνει ο Καστοριάδης.

Αναλογιζόμενοι τη φρίκη του σοσιαλιστικού εκφυλισμού (αυτή που τόσο έγκαιρα και ριζικά αναγνώρισε ο Καστοριάδης, όπως και ο πρώτος πολιτικός του μέντορας -ο Σπύρος Πρίφτης ή Αγις Στίνας- ένας άνθρωπος τον οποίο νομίζω πως πρέπει να μνημονεύσουμε) κατανοούμε καλύτερα και το περιεχόμενο των καστοριαδικών επιδιώξεων. Κομβικό ρόλο διαδραματίζει εδώ -όπως ήδη υπαινίχθηκα- η έννοια της Αυτονομίας.

Αυτονομία

Θα ήθελα να αναφερθώ επιγραμματικά στο περιεχόμενο, στη βασική σημασία του όρου (και στις μέριμνες του Καστοριάδη να τον διαφυλάξει από τις εκτενείς παραχαράξεις τις οποίες υπέστη και υφίσταται) και στη συνέχεια στην εξακολουθητικά μεγάλη συνάφειά του για τα προβλήματα της τρέχουσας συγκυρίας.

Αυτονομία, τονίζει ο Καστοριάδης, δεν θα πει ηδονική εκπλήρωση επιθυμιών -ένα «κάνω ό,τι θέλω και όποτε το θέλω». Υπενθυμίζει ότι ο όρος είναι σύνθετος με βασικό συστατικό την έννοια του νόμου, των κανόνων: τίποτε δεν είναι δυνατόν να προχωρήσει χωρίς κανόνες. Το ζήτημα είναι διαφορετικό: το ζήτημα είναι ποιος θεσπίζει τους κανόνες με τους οποίους θεσμίζονται οι κοινωνίες. Και εδώ, αντιφατικότητα της αυτονομίας -η έννοια με την οποία η αυτονομία αντιδιαστέλλεται προκειμένου να οριοθετηθεί -είναι η ετερονομία: ο μη έλεγχος της τύχης μας, η παραδοχή και συμμόρφωση με τον νόμο που άλλοι -και ουσιαστικά ανεξέλεγκτα- διαμορφώνουν και επιβάλλουν.

Η μεγάλη συμβολή του Καστοριάδη στον τομέα αυτό (που είναι μια απτή και λαμπρή απόρροια της σύζευξης κοινωνικής θεωρίας και ψυχανάλυσης) έγκειται στη διαπίστωση, και εν συνεχεία στην ανάδειξη, μιας καθοριστικής (και φαινομενικά μόνο παράδοξης) συνθήκης: επιγραμματικά θα μπορούσαμε να την περιγράψουμε ως την εξακολουθητική αδυναμία των ανθρώπινων κοινωνιών (και ενδεχομένως όλων των συλλογικοτήτων) να συνειδητοποιήσουν την αυτοθέσμισή τους: το γεγονός ότι οι άνθρωποι, ενώ είναι οι ίδιοι αυτοί που συγκροτούνται σε πολιτικές κοινότητες -ότι αυτοί (και όχι κάποιοι άλλοι) φτιάχνουν και ευθύνονται για την ιστορία τους- αισθάνονται ανίκανοι ή ανήμποροι να επωμιστούν την ευθύνη της ρύθμισης των σχέσεών τους. Η αυτοθέσμιση είναι μια de facto πραγματικότητα, όμως η συνειδητοποίησή της (όπως ακριβώς και η αντιμετώπιση των νευρώσεων) είναι εξαιρετικά, εξαιρετικά δύσκολη.

Αδυνατώντας να την επιτύχουν, οι κοινωνίες διολισθαίνουν σε ζωτικά ψεύδη, στις μεσσιανικές νομοτέλειες, στην κρυμμένη ή απροκάλυπτη μεταφυσική. Πρόκειται για εξελίξεις που συντηρούν και εμπεδώνουν μια πραγματική ετερονομία, ένα καθεστώς εξακολουθητικής αλλοτρίωσης. Η φαντασιακή θέσμιση των κοινωνιών -κατά μία έννοια αναγκαία και αναπόδραστη- είναι ταυτοχρόνως και μια συνθήκη αλλοτρίωσης. Μια κατάσταση πραγμάτων όπου αυθαίρετες ιδεοληψίες (με υπαρκτές προφανώς αλλά και απόκρυφες λειτουργίες) προσανατολίζουν τις αξίες ανεπίγνωστα και εν τέλει ανεδαφικά.

Οπως και στην περίπτωση της ατομικής προσωπικότητας, δεν είναι βέβαια δυνατόν η αλλοτρίωση να ξεπεραστεί εντελώς. Ομως η συστηματική, συχνά βασανιστική, προσπάθεια ενσυνείδητης πορείας -η κριτική θεώρηση του παρόντος, η κριτική ανασκευή «παραδοσιακών» και κληροδοτημένων αναπαραστάσεων- προβάλλει σαν η μεγάλη πρόκληση των καιρών. Η συνειδητοποίηση της αυτοθέσμισης πέρα και πάνω από τη φαντασιακή σύμβαση αποτελεί τον μεγάλο στόχο της αυτονομίας.

Στο δύσκολο αυτό εγχείρημα εμπνέουν δύο σημαντικά παραδείγματα: της κλασικής αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας και των πρώτων εγχειρημάτων αυτόνομης αυτοδιοίκησης στον ύστερο Μεσαίωνα, την εποχή από την οποία ξεπήδησε και η σύγχρονη δημοκρατία. Το ενδιαφέρον του Καστοριάδη για την κλασική δημοκρατία δεν έχει βέβαια καμία σχέση με τις συνήθεις προγονοπληξίες, ούτε και συνιστά υιοθέτησή της ως πρότυπο. Ο Καστοριάδης βλέπει στην αθηναϊκή δημοκρατία το εγχείρημα σε μια πρώιμη -αν και ιδιαίτερα ευκρινή- μορφή. Στόχος δικός μας είναι -ακριβώς- ο μετασχηματισμός. Και αυτό μας οδηγεί στη διερεύνηση του προβλήματος της δημοκρατίας σήμερα.

Δημοκρατία

Ο Καστοριάδης τονίζει τις πολλές, τις πάμπολλες, ελλείψεις στη λειτουργία των αντιπροσωπευτικών θεσμών όπως τους γνωρίζουμε στη Δύση. Καυτηριάζοντας τη διάχυτη ετερονομία των κοινωνιών στον αναπτυγμένο καπιταλισμό (ετερονομία που ασφαλώς επιτείνεται δραματικά με την κατίσχυση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίσης) αρνείται να ονοματίσει τα καθεστώτα στα οποία ζούμε δημοκρατίες: η δημοκρατία προϋποθέτει πραγματική συμμετοχή του δήμου και, κάτι τέτοιο, δεν υφίσταται. Τα καθεστώτα μας είναι φιλελεύθερα, είναι όμως ολιγαρχίες -είναι φιλελεύθερες ολιγαρχίες.

Η δημοκρατική παράδοση, η παράδοση της αυτονομίας, τόσο της κλασικής αρχαιότητας όσο και των πρώιμων αστικών μορφών της (δράσεις που συγκρούστηκαν με τη φεουδαρχία, τον απολυταρχισμό και την Εκκλησία) συνεχίστηκε και μεταλαμπαδεύτηκε ώς στις μέρες μας, διά μέσου των μεγάλων μακροσκοπικών διαδικασιών της νεωτερικότητας -κυρίως της προλεταριοποίησης, που γέννησε το εργατικό κίνημα.

Η δημοκρατική παράδοση -ως αναζήτηση αυτονομίας- που με τον τρόπο αυτό διασώθηκε προέκυψε λοιπόν σε ευθεία αντιπαράθεση, σε αντιδιαστολή με τον καπιταλισμό δεν είναι προϊόν του, όπως πιεστικά υποστηρίζει ο νεοφιλελεύθερος συρμός. Αυτό που ο Καστοριάδης εκτίμησε με τόση ακρίβεια, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 70, έμελλε μάλιστα να επαληθευτεί δραματικά -πρώτα στις δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής και στη συνέχεια στην Ανατολική Ευρώπη της άγριας καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Η αγοραία απορρύθμιση που χαρακτήρισε τη στροφή του αιώνα (και ώς ένα βαθμό εξακολουθεί να χαρακτηρίζει και την ανατολή του) βασίστηκε σε δραστική περιστολή δημοκρατικών δικαιωμάτων.

Η αναζήτηση αυτονομίας εξακολουθεί λοιπόν και στις μέρες μας -ως ένα εγχείρημα κρυστάλλινο, αλλά και πολυσχιδές στην πλειάδα των πρακτικών του εκφορών. Τι ακριβώς εννοούμε όταν το επικαλούμαστε -όπως πρέπει να το επικαλούμαστε- σήμερα;

Δεν είναι, βέβαια, δυνατόν να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό με τρόπο εύκολο και συνοπτικό, ούτε και θα το επιχειρήσω. Ολοκληρώνοντας την παρέμβασή μου, θα αποτολμήσω, απλώς, μια-δυο ανοιχτές σκέψεις για το πρόβλημα της δημοκρατίας σήμερα, υπό τύπον πρόσκλησης για ανάγνωση του καστοριαδικού έργου.

Με δεδομένο -όπως ήδη ανέφερα- το γεγονός ότι το ενδιαφέρον του Καστοριάδη στο κλασικό αμεσοδημοκρατικό υπόδειγμα δεν είναι το ενδιαφέρον ενός θεσμικού αντιγραφέα, η πρόκληση που αντιμετωπίζουμε συνίσταται στον έλλογο μετασχηματισμό του υποδείγματος αυτού. Πιστεύω πως δύο είναι οι κομβικοί άξονες:

1. Αφενός η μετατροπή των αντιπροσώπων σε αυστηρά ελεγχόμενους και ανακλητούς εντολοδόχους (που θα βρίσκονται υπό τη διαρκή επίβλεψη των εντολέων τους) και

2. αφετέρου ο συνολικός και γενικευμένος περιορισμός της εξουσίας του πολιτικού προσωπικού συνολικά.

Στην αθηναϊκή δημοκρατία εκλέγονταν μόνο όσοι κατείχαν κάποια ειδική γνώση (με κυριότερη κατηγορία τους στρατηγούς-γνώστες της τεχνικής του πολέμου), ενώ όλοι οι υπόλοιποι αξιωματούχοι είτε κληρώνονταν είτε αναλάμβαναν τα καθήκοντά τους εκ περιτροπής και για μικρά διαστήματα -χωρίς να μπορούν να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις της εξουσιαστικής έπαρσης που τόσο νομοτελειακά (αλλά και καταστροφικά) εμφανίζεται στα σύγχρονα αντιπροσωπευτικά καθεστώτα.

Συνδυαστικά με τη διεύρυνση του δημοκρατικού ελέγχου στη διαχείριση του κοινωνικά παραγόμενου υπερπροϊόντος (ειδικά στις μέρες μας, μια εποχή γενικευμένης διαφθοράς και ανορθολογικής διασπάθισης των δημόσιων πόρων), το αίτημα ενός πραγματικού εκδημοκρατισμού, όχι ως απλής διαδικασίας, αλλά ως θεμελιώδους καθεστωτικού μετασχηματισμού καθίσταται σήμερα περισσότερο επιτακτικό από ποτέ.

Ομως, με το ίδιο ακριβώς σκεπτικό, περισσότερο επίκαιρο από ποτέ, καθίσταται και το έργο του διανοητή που απόψε τιμούμε.

* Επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και γραμματέας της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης.

Το κείμενο αυτό είναι η εισήγηση του Σεραφείμ Σεφεριάδη σε εκδήλωση αφιερωμένη στον Κορνήλιο Καστοριάδη, που έγινε στο Γαλλικό Ινστιτούτο στις 18 Μαρτίου 2008.

Δημοσίευση από ENGLEZOS » 20 Σεπ 2008, 02:03

Η φωνή ενός ελεύθερου στοχαστή

Ας θυμηθούμε τα λόγια του Κορνήλιου Καστοριάδη: «Δεν τιμάμε έναν στοχαστή με το να επαινούμε ή έστω με το να ερμηνεύουμε το έργο του, αλλά με το να το συζητάμε κρατώντας το έτσι ζωντανό και δείχνοντας έμπρακτα ότι νικά τον χρόνο και διατηρεί την ευστοχία του» («Χώροι του ανθρώπου», Υψιλον, 1995).

Τα λόγια αυτά αναφέρονταν βέβαια στη Χάνα Αρεντ, αλλά ισχύουν και για τον ίδιο τον στοχαστή που τα διατύπωσε. Το έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη μένει ζωντανό και μετά τον θάνατο του δημιουργού του. Κατορθώνει να νικά τον χρόνο, στον βαθμό που συνεχίζει να τροφοδοτεί τη σκέψη και την αναζήτηση για έναν ριζικό μετασχηματισμό της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, με στόχο τη δημιουργία μιας αυτόνομης κοινωνίας.

Ας ακούσουμε και πάλι τη φωνή του Καστοριάδη: «Τι θέλετε λοιπόν; Ν" αλλάξετε την ανθρωπότητα; - Οχι, κάτι απείρως πιο μετριοπαθές: ν" αλλάξει η ίδια η ανθρωπότητα τον εαυτό της, όπως το έχει ήδη πραγματοποιήσει δυο-τρεις φορές» («Οι ομιλίες στην Ελλάδα», Υψιλον, 1990).

Ο Καστοριάδης υπογράμμιζε ότι η αυτόνομη κοινωνία μπορεί να εγκαθιδρυθεί μόνο με την αυτόνομη δραστηριότητα της συλλογικότητας. Η δραστηριότητα αυτή προϋποθέτει με τη σειρά της μια βαθιά μεταβολή των αξιών που προσανατολίζουν την ατομική και συλλογική πράξη. Καμιά ριζική μεταβολή δεν είναι δυνατή όταν ο κυρίαρχος ή και αποκλειστικός στόχος της ζωής των ανθρώπων είναι η μεγιστοποίηση της κατανάλωσης ή η απόκτηση πλούτου, γοήτρου και δύναμης. Τότε ο στόχος της χειραφέτησης δεν τίθεται καν και ολόκληρη η κοινωνία παραδίδεται στον μηδενισμό και στον γενικευμένο κομφορμισμό. Η πάλη για την αυτονομία προϋποθέτει την ενεργό συμμετοχή ανθρώπων που διακατέχονται από το πάθος για τη δημοκρατία και την ελευθερία, για τα δημόσια πράγματα.

Σε αυτή τη σύντομη εισαγωγική αναφορά θα αρκεστούμε σε ένα μόνο παράδειγμα, που έχει ευθεία σχέση με την πολιτική επικαιρότητα και επιβεβαιώνει ότι οι αναλύσεις του Καστοριάδη διατηρούν την ευστοχία τους. Συζητάμε σήμερα για την έκρηξη της πολιτικής διαφθοράς. Διαπιστώνουμε ότι η γενικευμένη διαφθορά αποτελεί πλέον δομικό χαρακτηριστικό του πολιτικού και οικονομικού συστήματος. Ερμηνεύουμε γενικότερα την κρίση των σύγχρονων αναπτυγμένων κοινωνιών κυρίως με οικονομικούς και πολιτικούς όρους. Ο Καστοριάδης όμως έδειξε ότι η κρίση των σύγχρονων κοινωνιών δεν μπορεί να γίνει κατανοητή, αν δεν συνυπολογίσουμε τις ανθρωπολογικές διαστάσεις της. Σύμφωνα πάντα με τον Καστοριάδη, η κρίση αυτή είναι και κρίση των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, οι οποίες δεν παρέχουν πλέον στα άτομα τους κανόνες, τις αξίες, τις αναφορές, τα κίνητρα που θα τους επέτρεπαν να κάνουν την κοινωνία να λειτουργήσει.

Από τις αναλύσεις του Καστοριάδη γνωρίζουμε ότι η ψυχοκοινωνική δομή του ατόμου είναι στενά συνδεδεμένη με τη δομή του συστήματος που επικρατεί και με τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που έχει θεσπίσει αυτό το σύστημα. Η κυρίαρχη φαντασιακή σημασία του καπιταλισμού υποβάλλει στους ανθρώπους την ιδέα ότι ήρθαν στον κόσμο για να παράγουν και να καταναλώνουν εμπορεύματα. Ο θρίαμβος του καπιταλιστικού φαντασιακού οδηγεί στην πολιτική απάθεια, στον γενικευμένο κομφορμισμό, στον κυνισμό, στην έκλειψη της κοινωνικής και πολιτικής αμφισβήτησης, στην εμφάνιση νέων μορφών αλλοτρίωσης και ετερονομίας, στην καθίζηση της πολιτικής δημιουργικότητας των δυτικών κοινωνιών.

Τι είδους ανθρώπινες υπάρξεις δημιουργεί ο σύγχρονος αναπτυγμένος καπιταλισμός; Δημιουργεί ανθρώπους παθητικούς στο πολιτικό πεδίο, κλεισμένους στην ιδιωτική τους σφαίρα, αφιονισμένους με την αύξηση της κατανάλωσης, χειραγωγούμενους από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ανθρώπους που φαίνεται να έχουν ως μόνες αξίες τους το χρήμα και τη δύναμη. «Οταν δηλώνεται, ανοιχτά, όπως γίνεται τώρα στις δυτικές κοινωνίες, ότι η μοναδική αξία είναι το χρήμα, το κέρδος, ότι το υπέρτατο ιδεώδες του κοινωνικού βίου είναι το "πλουτίστε", μπορεί να διερωτηθεί κανείς αν είναι ποτέ δυνατόν μια κοινωνία να συνεχίσει να λειτουργεί και να αναπαράγεται μονάχα σε αυτή τη βάση» («Η άνοδος της ασημαντότητας», Υψιλον, 2000).

Ακολουθούμε εδώ πιστά το νήμα της ανάλυσης του Καστοριάδη. Αν ο καπιταλισμός μπόρεσε να λειτουργήσει και να αναπτυχθεί στο παρελθόν, αυτό έγινε επειδή κληρονόμησε μια σειρά ανθρωπολογικών τύπων τους οποίους δεν δημιούργησε και δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει ο ίδιος: αδιάφθορους δικαστές, ακέραιους δημόσιους υπαλλήλους ικανούς να υπηρετούν το κοινό καλό, εκπαιδευτικούς αφοσιωμένους στο καθήκον τους, εργάτες για τους οποίους η δουλειά ήταν -παρά τις σκληρές συνθήκες- πηγή αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας κ.λπ. Αυτοί οι ανθρωπολογικοί τύποι δεν αναδύθηκαν από μόνοι τους, αλλά δημιουργήθηκαν σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους με αναφορές σε αξίες που ήσαν τότε καθιερωμένες: την εντιμότητα, την ανιδιοτελή προσφορά προς το κοινωνικό σύνολο, τη μετάδοση της γνώσης, την εργασία που παράγει ωφέλιμο έργο κ.λπ.

Στις σύγχρονες κοινωνίες αυτές οι αξίες δεν έχουν πέραση, αφού το μόνο που μετράει πλέον είναι το χρήμα. Οι ανθρωπολογικοί τύποι που ενσαρκώνουν την εντιμότητα, την ηθική ακεραιότητα, την ανιδιοτέλεια γίνονται σχεδόν αδιανόητοι στη σύγχρονη εποχή. Δεν υπάρχουν επομένως καθιερωμένες αξίες ικανές να λειτουργήσουν ως φραγμός στη διάδοση της διαφθοράς. Ακόμη και ο ανθρωπολογικός τύπος που αποτέλεσε ιστορικό δημιούργημα του ίδιου του καπιταλισμού, ο τύπος του επιχειρηματία -που συνδύαζε την τεχνική επινοητικότητα, την ικανότητα να συγκεντρώνει κεφάλαια, να οργανώνει μια επιχείρηση, να δημιουργεί αγορές- είναι και αυτός υπό εξαφάνιση. Αντικαθίσταται από διευθυντικές γραφειοκρατίες και από κερδοσκόπους, που εγκαταλείπουν τις παραγωγικές δραστηριότητες για να στραφούν προς το χρηματιστηριακό κέρδος. Το ίδιο το σύστημα καταστρέφει βαθμιαία όλους τους ανθρωπολογικούς τύπους που είναι αναγκαίοι για την ύπαρξη και τη λειτουργία του.

Ο Καστοριάδης θεωρούσε αναγκαία μια νέα φαντασιακή δημιουργία που θα έβαζε στο κέντρο της ζωής του ανθρώπου σημασίες άλλες από την αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, που θα έθετε διαφορετικούς στόχους ζωής, για τους οποίους οι άνθρωποι θα μπορούσαν να πουν πως αξίζουν τον κόπο. Για να αποφύγουμε την οικολογική καταστροφή, αλλά και για να βγούμε από τη σημερινή ψυχική και ηθική εξαθλίωση των ανθρώπων -έλεγε- είναι αναγκαίο να επιδιώξουμε μια κοινωνία στην οποία οι οικονομικές αξίες δεν θα κατέχουν κεντρική ή κυρίαρχη θέση και στην οποία η οικονομία θα έχει ξαναμπεί στη θέση της, δηλαδή θα έχει γίνει απλό μέσον και όχι ο υπέρτατος σκοπός του ανθρώπινου βίου.

Πηγή:ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Δημοσίευση από ENGLEZOS » 29 Δεκ 2007, 17:29

Ο Καστοριάδης και εμείς

Συμπληρώθηκαν, προχθές, ακριβώς δέκα χρόνια από τότε.

Στις 26 Δεκεμβρίου 1997 πέθανε, σε ηλικία 75 ετών, στο Παρίσι, όπου ήταν εγκατεστημένος από τα νεανικά του χρόνια. Ενα από τα πιο μεγάλα πνεύματα του 20ού αιώνα. Ενας νέου τύπου διανοητής.

Διανοητής που συνενώνει τη φιλοσοφία, την πολιτική και την ψυχανάλυση. Διανοητής της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας.

Αυτός που βάδισε αταλάντευτα στον δρόμο της ριζοσπαστικής κριτικής, της ανεξάρτητης, της ελεύθερης σκέψης. Αυτός που δεν σεβάστηκε τα παντός είδους δόγματα. Αυτός που δεν εγκλωβίστηκε ποτέ σε καμία ορθοδοξία: ο Κορνήλιος Καστοριάδης.

Στο Παρίσι, το 1994, τρία χρόνια πριν από τον θάνατό του, ο Κορνήλιος Καστοριάδης μού έδωσε μια μεγάλη συνέντευξη. Δημοσιεύτηκε στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» σε δύο μέρη (20 και 27.3.94). Από αυτή τη συνέντευξη είναι τα αποσπάσματα που ακολουθούν με μορφή ενιαίου κειμένου· αφαίρεσα επί τούτου τις ερωτήσεις.

Ως φόρο τιμής στη μνήμη του, η στήλη δίνει τον λόγο στον Κορνήλιο Καστοριάδη.

«Ο σημερινός δυτικός άνθρωπος -συμπεριλαμβανομένου του νεοέλληνα- είναι, σε μια πρώτη προσέγγιση, ένα άτομο περιορισμένο στην καθαρά ιδιωτική του σφαίρα. Ενδιαφέρεται μόνο για το βιοτικό του επίπεδο. Προσπαθεί με τα διάφορα καταναλωτικά "αγαθά" να συγκαλύψει την έλλειψη κάθε νοήματος αναφορικά με τη ζωή και τη θνητότητά του. Χειραγωγείται από τους δήθεν πολιτικούς ή είναι τόσο αποκαρδιωμένος από την πολιτική κατάσταση, ώστε απέχει. Αποχαυνώνεται από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Χαζεύει τα σήριαλ και χάφτει, κατά το μάλλον ή ήττον, αυτά που του σερβίρουν ως "νέα" οι τηλεοπτικοί συνάδελφοί σας. Η σημερινή κοινωνία είναι μια κοινωνία τηλεκατανάλωσης με διπλή έννοια.

»Εκείνο που κυρίως καταναλώνουν σήμερα οι άνθρωποι είναι τη-λε-ό-ρα-ση. Και μέσα από την τηλεόραση καταναλώνουν, δι" αντιπροσώπου βέβαια, τη φαντασίωση μιας ζωής που θα ήταν λεφτά, σεξ, εξουσία και βία.

»Νομίζω ότι αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Δύση είναι μια πρεμιέρα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Πρώτη φορά, από όσο ξέρω, παρατηρούμε μια κοινωνία χωρίς αξίες, χωρίς νόρμες, χωρίς κατεύθυνση. Ούτε καν στην καπιταλιστική πρόοδο δεν πιστεύει πραγματικά πια κανείς.

»Πόσο θα διαρκέσει {αυτή η πρεμιέρα}; Τον Μάρτιο του 1968, θα έλεγε κανείς με σιγουριά ότι ο γαλλικός πληθυσμός είναι εντελώς αποχαυνωμένος. Όμως μετά δύο μήνες ήρθε ο Μάης... Κανείς ποτέ δεν προέβλεψε μια κοινωνική έκρηξη ή μια ριζική αλλαγή στη στάση του πληθυσμού.

Η Ιστορία είναι δημιουργία. (...)

»Στις δυτικές χώρες τα γεγονότα του 1989 {η κατάρρευση του κομμουνισμού}, και όσα αυτά αποκάλυψαν, σφράγισαν τελειωτικά τη χρεωκοπία του μαρξισμού-λενινισμού στα μάτια των ανθρώπων. Κανείς πια δεν μπορεί να αμφισβητήσει την πολιτική θηριωδία, την οικονομική αθλιότητα και την πνευματική αποκτήνωση αυτών των καθεστώτων.[...]

»Η κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, βεβαίως, μου προκάλεσε χαρά και πολλές ελπίδες στην αρχή. Γρήγορα όμως ήρθε η τεράστια απογοήτευση. Έγιναν, π.χ., οι εκλογές στην Ανατολική Γερμανία και όλοι οι πρωταγωνιστές των γεγονότων του 1989 -που είχαν παίξει σε αυτά το κεφάλι τους- πήραν συνολικά 1,5% των ψήφων. Από τότε και μετά, τα πράγματα πήραν για μένα έναν άλλο χρωματισμό. Την τετελεσμένη αποχαύνωση της Δύσης ερχόταν να τη συμπληρώσει η προβλέψιμη αποχαύνωση της Ανατολής.

»Ρωτάτε για τα αισθήματα και τις αντιδράσεις μου. Με κατείχε -και εξακολουθεί να με κατέχει- απέραντη θλίψη. Απέραντη θλίψη για το τεράστιο μακελειό επί εβδομήντα χρόνια στη Ρωσία, που κόστισε τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, και επί σαράντα χρόνια στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Ποταμοί αίματος, βουνά πτωμάτων, λίμνες δακρύων... Για να φθάσουμε πού; Προς τι;[...]

»Η διάζευξη "σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα;". Για λόγους ιστορικούς δεν χρησιμοποιώ πλέον τον όρο "σοσιαλισμός". Ο όρος αυτός έχει ανεπανόρθωτα εκπορνευτεί από τους κομμουνιστές, τους σοσιαλιστές, τους σοσιαλδημοκράτες κ.ά. Στο άκουσμά του και μόνον, ακόμη και καλόπιστοι άνθρωποι γυρίζουν την πλάτη τους. Προτιμώ, λοιπόν, τη διάζευξη "αυτονομία ή βαρβαρότητα".

»Και η βαρβαρότητα; Η βαρβαρότητα τώρα πλέον είναι κοντά μας, πλάι μας, ανάμεσά μας.

»Αναφέρομαι στις αιματηρές μορφές της βαρβαρότητας που αναζωπυρώνονται τρομακτικά (στη Βοσνία, στο Αφγανιστάν, στο Τατζικιστάν, στη μισή Αφρική, καθώς και σε άλλες περιοχές). Αναφέρομαι όμως και στις ειρηνικές μορφές της βαρβαρότητας, όπως η αποβλάκωση, η αποχαύνωση, το τέλος της δημιουργικότητας, η καταστροφή του πολιτισμού.

»Σε σχέση με την εκπληκτικά δημιουργική περίοδο της Δύσης (που κορυφώθηκε ίσως ανάμεσα στο 1750 και το 1950) αυτά που γίνονται σήμερα είναι φαιδρά και δευτερεύοντα, είναι απομιμήσεις και συγκρητισμοί.

»Ταυτοχρόνως, επεκτείνεται ολοένα η καταστροφή του περιβάλλοντος και κάνει δυνατό έναν οικολογικό κατακλυσμό με ανυπολόγιστες -εκτός όλων των άλλων- και τις πολιτικές συνέπειες. Είναι μια από τις προοπτικές που ανοίγονται μπροστά μας. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει... Εξαρτάται από την αντίδραση του κόσμου.

»Με την πολιτική απάθεια και το ιδεολογικό κενό που υπάρχει σήμερα, ένας οικολογικός κατακλυσμός θα οδηγούσε μάλλον σε κάποιο φασιστικό ή ολοκληρωτικό καθεστώς παρά σε ένα δημοκρατικό ξύπνημα».

Πηγή:
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Δημοσίευση από ENGLEZOS » 24 Αύγ 2007, 18:40

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης είναι πάντα επίκαιρος.

Ειδικά τώρα στην προεκλογική περίοδο το κείμενο "Η γέννηση της πολιτικής σκέψης" πιστεύω ότι πρέπει να το διαβάσουμε και να μας προβληματίσει όλους!!!

Δημοσίευση από ENGLEZOS » 13 Αύγ 2007, 02:02

[img0]http://img522.imageshack.us/img522/2968/kastoriadisdq6.gif[/img0]
ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ