ΕΝΩΣΗ ΜΕΤΟΧΩΝ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ 

106 

 

επιχειρήσεις οι οποίες πρέπει να μπουν σε απίστευτους γραφειοκρατικούς 
δαιδάλους για να ανακτήσουν μέρος του κεφαλαίου κίνησης που 
χρειάζονται.  

Με τις τράπεζες να αδυνατούν να παρέχουν δανεισμό μέσου ή υψηλού 
ρίσκου, η ελπίδα των ΜΜΕ είναι είτε τα περίφημα Equifunds είτε οι 
προσωπικές σχέσεις με πελάτες ή τρίτους οι οποίοι μπορούν να 
βοηθήσουν στην ρευστότητα τους.  

Η έλλειψη ρευστότητας αφορά κυρίως δυο ανάγκες των ΜΜΕ: 

 

Τα κεφάλαια κίνησης για την πλειονότητα των ΜΜΕ 

 

Τα κεφάλαια ανάπτυξης για τις εταιρείες υψηλής προστιθέμενης 
αξίας που είναι μάλλον οι λιγότερες 

Κάθε μια από τις ανάγκες είναι τελείως διαφορετική, ακουμπά σε άλλο 
σημείο στον κύκλο ζωής των εταιρειών κι εξαρτάται κι από τον χώρο 
δραστηριοποίησης. Δεν είναι δυνατό να πιστεύουμε πως με ένα 
χρηματοπιστωτικό μέσο – όσο «πλούσια» κι αν το προικίσουμε – θα 
απαντήσουμε σε όλα τα προβλήματα.  

Τα κεφάλαια κίνησης πρέπει να καλύπτονται από δανεισμό αμιγώς και 
μάλιστα με πολύ χαμηλό κόστος χρήματος καθώς λόγω κι υψηλής 
φορολογίας αλλά κι έμμεσων φόρων, ώστε η ρευστότητα να είναι 
συνεχής. Τα equifunds πχ δεν μπορούν και δεν πρέπει να δώσουν 
δανεισμό. Εξ’ αυτού στην ουσία ο δανεισμός τώρα γίνεται με 
«δημιουργικά μέσα» ή «εξω-θεσμικά εργαλεία». Για να προλάβω δε το 
ερώτημα περί των κοινών ομολόγων κι επειδή είχα την τύχη να 
προσπαθήσω το 1

ο

 ομόλογο από την ΕΝ.Α. το 2016, ας αφήσουμε πρώτα 

να δούμε ποιες εταιρείες θα  μπορέσουν να πληρώσουν το κεφάλαιο και 
μετά βλέπουμε τι και πως θα γίνει – μέχρι στιγμής παίρνουν άλλο 
ομόλογο για να πληρώσουν το προηγούμενο και τα δάνεια.  

Τα κεφάλαια ανάπτυξης αφορούν αποκλειστικά κεφαλαιουχικές άμεσες 
επενδύσεις, με όποιο μέσο είναι διαθέσιμο (μετοχικό κεφάλαιο, 
προνομιούχες μετοχές, ΧΑ κλπ) και πρέπει να ισορροπούν σε ένα μίγμα 
που περιέχει τόσο εταιρείες υψηλού ή πολύ υψηλού ρίσκου και 
ταυτόχρονα πιο συντηρητικές επενδύσεις. Οι μετατρέψιμες ομολογίες σε 
υψηλού ρίσκου επενδύσεις δεν είναι επιλογή. Η μέχρι τώρα εμπειρία 
δείχνει ότι οι επενδύσεις υψηλού και πολύ υψηλού ρίσκου είναι 
ελάχιστες ως μηδαμινές με αποτέλεσμα ακόμα κι αν γίνονται να μην 
μπορούν να υποστηριχτούν στην επόμενη φάση. Ταυτόχρονα γεννάται