ΕΝΩΣΗ ΜΕΤΟΧΩΝ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ 

19 

 

πλειοψηφία (το 71% περίπου) των εταιριών δήλωσε ότι υπολογίζει έναν 

άριστο δείκτη δανεισμού, το 31,5% του δείγματος δήλωσε ότι δεν 

γνωρίζει κάποια τυποποιημένη μέθοδο και το 37,5% αξιολόγησε αυτόν 

τον παράγοντα ως καθόλου σημαντικό. Συνεπώς, διαπιστώθηκε πιθανή 

έλλειψη γνώσεων επιστημονικών τεχνικών προσδιορισμού της άριστης 

κεφαλαιακής διάρθρωσης με βάση κάποιο μακροπρόθεσμο δείκτη 

δανεισμού προς ίδια κεφάλαια (π.χ. η μέθοδος της ελαχιστοποίησης του 

μέσου σταθμικού κόστους κεφαλαίου που μεγιστοποιεί την αξία της 

εταιρίας, η μέθοδος της προσαρμοσμένης προεξοφλημένης αξίας της 

εταιρίας που λαμβάνει υπόψη της το trade-off theory, κ.λπ.). Αυτό 

δημιουργεί την ανάγκη εκτιμούμε για περαιτέρω διασύνδεση μεταξύ 

πανεπιστημιακής θεωρίας και εμπειρικής έρευνας (π.χ. μέσω ερευνών 

ερωτηματολογίων, οικονομετρικές αναλύσεις σε ετήσια βάση) με τις 

οικονομικές διοικήσεις των επιχειρήσεων για την απόφαση 

χρηματοδότησης, όπως και για άλλες σοβαρές εταιρικές αποφάσεις. 

Το κύριο συμπέρασμα από την οικονομετρική ανάλυση ήταν ότι ο μέσος 

εκτιμώμενος άριστος δανειακός δείκτης, βάσει του σχετικού 

υποδείγματος που εφαρμόσθηκε, υπολογίσθηκε στο 14,05% ενώ ο μέσος 

πραγματικός δανειακός δείκτης στο 23,91%. Αυτό το εύρημα δείχνει ότι 

παρουσιάζεται υψηλότερο μέσο πραγματικό επίπεδο δανεισμού σε σχέση 

με το εκτιμώμενο ως άριστο που αποτελεί πιθανή ένδειξη ότι η υπερ-

μόχλευση (υπερ-δανεισμός) ακόμη εξακολουθεί να υπάρχει. Τα 

συμπεράσματα αυτά βεβαίως είναι ενδεικτικά καθώς υπόκεινται στον 

περιορισμό του μικρού δείγματος των εταιριών που επισημάνθηκε 

ανωτέρω. Μεγαλύτερος βαθμός απόκρισης των εταιριών σε 

μεταγενέστερη παρόμοια μελέτη θα μπορεί να κατοχυρώσει πιο ασφαλή 

συμπεράσματα τα οποία θα είναι ακόμη πιο χρήσιμα για τις οικονομικές