ΕΝΩΣΗ ΜΕΤΟΧΩΝ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
94
αυτούς που δε μπορούν να τα αποπληρώσουν. Αντ’ αυτού, ενέμεναν στο
να δίνουν αλλά και να πασάρουν τον κίνδυνο ως εξής:
Χορηγούσαν και πουλούσαν δάνεια σε τμήματα σταθερού
εισοδήματος (τράπεζες της Wall Street)
Τα τμήματα κάνουν πακέτο τα δάνεια, τα μετατρέπουν σε ομόλογα
και τα πουλάνε στο επενδυτικό κοινό
Αυτό που επιθυμούσε ήταν να σορτάρει τις μετοχές των εταιριών που
εμπλέκονταν στην αγορά subprime ενυπόθηκων δανείων, όχι πριν όμως
εμφανιστούν οι πρώτες επισφάλειες. Τέλη του 2007 το σορτάρισμα της
Front-Point (του fund που είχε συστήσει) απέδιδε εντυπωσιακά με
κεφάλαιο από 700$ εκατ να φτάνει στο 1,5$ δις και τότε άρχισε να
εκφράζεται η επιθυμία των συνεργατών του Έισμαν για ρευστοποίηση,
κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με την απληστία της πλειοψηφίας. Ωστόσο
υπήρχε στο πρσκήνιο πάντα ο φόβος ότι το «τέλος» μπορεί να μην
ερχόταν. Όταν όμως άρχισε η κατάρρευση, ήταν ραγδαία. Ποιος θα
ξεχάσει την πτώχευση της Bear Stearns κατά την ομιλία του Έισμαν
εναντίον του Οργανισμού. Ακόμα και στην ύστατη στιγμή, εκπρόσωποί
της προέτρεπαν τους επενδυτές να αγοράζουν τις μετοχές της.
Ο Έισμαν όμως δεν ήταν ο μοναδικός που ήθελε να «ποντάρει» υπέρ της
καταστροφής του Χρηματοπιστωτικού Συστήματος. Ο Μάικλ Μπέρι,
Ένας γιατρός με πολλές γνώσεις πάνω στα χρηματοοικονομικά κι
εμμονικός με τη δικαιοσύνη που ήθελε να σορτάρει τα ενυπόθηκα δάνεια
μειωμένης εξασφάλισης κι όχι να τα αγοράσει. Έτσι, αρχίζει να διαβάζει
εξονυχιστικά τα ενημερωτικά δελτία των ομολόγων εταιριών, κάτι που
έκαναν μονάχα οι δικηγόροι.
Στις αρχές του 2004, τα ενυπόθηκα δάνεια με καταβολή τόκων τα πρώτα
δύο χρόνια ήταν το 5,85%. Στα τέλη του ίδιου έτους ήταν το 17,48% του
συνόλου ενώ τέλη του 2005 έφτασαν στο 25,34% του πακέτου. Οι
δανειστές χάνουν την αυτοσυγκράτησή τους κι αντί να θέσουν
αυστηρότερους όρους, τους χαλάρωναν πουλώντας τα δάνεια στις
Goldman Sachs, Morgan Stanley και Wells Fargo, οι οποίες τα έκαναν
ομόλογα και τα ξαναπουλούσαν, δηλαδή «πάσαραν» τον κίνδυνο.
Δυστυχώς μπορούσε να σορτάρει εταιρίες κατασκευής κατοικιών, μα όχι
σπίτια (ενυπόθηκα ομόλογα μειωμένης εξασφάλισης) διότι ήταν πολύ
επικίνδυνο αφού υπήρχε η πιθανότητα ανόδου των τιμών των μετοχών
ακόμα περισσότερο απ’ ότι ο Μπέρι θα μπορούσε να είναι φερέγγυος.